Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

αποστροφή

Μια αρχοντιά με το χαβά ανατολίτικη
κι ένα χαγιάλ πίσω απ' τ' άλλο...
μια λεμονάδα σπιτική, ένας σιρόκος δυνατός
κι εσύ στο ξέφωτο....
τι να σου μαρτυρήσω;

...η σιωπή πιο δυνατή κι απ' την αμαρτία...


Ποια πάθη, ποια λάθη.
Ποιον έρωτα και ποια χαρά,
σε ποια κρυφή σου συντροφιά
στριφογυρνάς και σιγοψιθυρίζεις
τ' ανείπωτα σου μυστικά.
Δεν μας γνωρίζεις.
από την συλλογή
"τα ύστερα"
με τίτλο "αποστροφή"

Παρασκευή 20 Μαΐου 2011

η πέμπτη των πρώτ' αδελφών

Κάθε βράδυ ξεπορτίζω
από την Πέμπτη
και πάλι Πέμπτη γυρίζω.

Κλίμακα των ημερών.
Καλιμπράρισα στο μηδέν.
Μικρή αμελητέα, αποκλίνουσα 
εστίν τα κάλλη και τα πάθη
βίου ατελείωτου.

Μείον τα έσω
συν τα έξω,
για να μη βγει
ο Πυθαγόρας ψεύτης
- και να το θέλει δε μπορεί - 
γίνεται η προβολή.
Χαρτογράφηση της μνήμης
στην οθόνη εμπρός μου,
εικόνα τα εντός
εκτός έως
κι ο θάνατός μου.

Ανακαλύψατε την ατέλεια
και βρήκατε 
φτηνή τη λεπτομέρεια.

Η λεπτομέρεια
που δε βλέπεις
το σαράκι του έργου
είπε τρίβοντας την πλάνη
πάνω στο σκαρί.
-Το βλέμμα του πύρωσε-
Κόλαση η επανάληψη
 - συνεχίζει -
πέρασέ την κι έλα να με βρεις.

Η Τετάρτη ο χρόνος.
Να το το κλειδί!
Σιωπή.
Ο ήχος δεν ταξιδεύει.
Μόνο το φως, αυτό
ερεθίζει τη χορδή ΨΧ.
Εικόνες, εικόνες
κι αυτή η φωνή σου...
από τα με στα σε
κραυγή υποσυνειδήτου
τ' αλλιώς.

Τέταρτη ο χρόνος.
Πέμπτη η εν Δελφοίς.
Περιγεγραμμένη
και διατυπωμένη
δια του εαυτού και του μηδενός.
Εκεί τα πρωτασύμβατα κάθετα
γίνονται του ενός.

Κάθε βράδυ ξεπορτίζω
από την Πέμπτη.



από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "η Πέμπτη των πρώτ' αΔελφών"

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

ο χρονογράφος ο χορογράφος

Άρχισαν τα όργανα,
ο χρονογράφος της αντίστροφης
ο χορογράφος των γεγονότων,
όλα θα γίνουν όπως έχουν
προσχεδιαστεί και προβλεφθεί.
Καμία παρέκκλιση δε θα επιτραπεί
και ειδικά γι αυτούς που ποδοπάτησαν
τις αρχές των εξουσιών που τους δόθηκαν.

Οι σφραγίδες δόθηκαν...
αίμα βραστό...
αλαζονικών υποκειμένων
που μόλις πάρουν αυτό που θέλουν
ξεχνούν ακόμη και τα κέρματα που κεράστηκαν.

Φίδια...
που ξεπέρασαν τα όρια της μεθόδευσης
του πνευματικού επιτεύγματος
στον άργυρο,
αλχημιστές της κακιάς ώρας.

Θα ρουφηχτούν οι ψυχές τους
και θα αφοδευτούν
στο κοιμητήριο.
Αλυσοδεμένες
η κάθε μία
στο μνήμα
πάνω από κει
που κείτεται το κορμί τους,
ουρλιάζοντας
ξέροντας
τι τις περιμένει...

Όταν ο χρόνος στάξει
την τελευταία του
σταγόνα...
Όσο πιο ψηλά στην πυραμίδα
τόσο πιο βαθιά
στο τίποτα.

Ελεεινοί...
Πάντα στον πρόλογο.
Κυρίως θέμα ποτέ...
Καμία ουσία...
Με τα κορμιά
και τα μυαλά τους
θα γραφτεί ο επίλογος...

...και η χρονίζουσα παράκληση...
Μηδέν άγαν
Μηδέν άγαν

καμία απόκριση...
φωνή βοώντος εν τη ερήμω
στα μάτια τους.

Στα τυφλά τους
από τα πολύτιμα,
μάτια.
Το πέταγμα της πεταλούδας
οι εξισώσεις του χάους
όλα αόρατα,
τεράστια να χωρέσουν
στα αυτό-πλανεμένα τους
μυαλά.

από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "ο χρονογράφος ο χορογράφος"

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

η πρόποση

Ποια σκιά σε φόβισε
πάγωσε την καρδιά
λερώνει τη ψυχή σου.
Με τι σε κατάφερε.
Πως χάθηκε το φως
ανάμεσα σε μένα
και σε σένα.
Ποιον απ' τους δύο
σκοτείνιασαν;
Ποιανού τα μάτια έκλεισαν;

Τα γνωρίζω.

Γνωρίζω και τα
τέρατα με τις επτά τσέπες
δαίμονες του τρία
τοις εκατό.
Υπάλληλοι αυτουνού
που κουβαλάω στη πλάτη μου
σαν το κάτω μέρος
του Κενταύρου.

Και να,
η επί πλαστή σου,
να πέσω στα μαλακά
να ξεχαστώ
στην πληρωμένη
της βιτρίνα.

Αργόσχολοι,
αέργως εργαζόμενοι
στο τυράννισμα των
ψυχών και το μαστίγωμα
της επιθυμίας.

Να μου θυμάσαι,
αν το άλογο πάει
στη λίμνη
τη δευτέρα
προφητεία εκπληρώνει
κι αν το νερό το πίνει
με το δεύτερο το κάνει
όχι με το πρώτο.

Και μόνο να γελάω μπορώ
γιατί το κλάμα στέρεψε
για τις πράξεις τους,
είναι μόνο
για την ομορφιά
της ψυχής μου
για την Αγάπη μου
και την αδυναμία
που την δέρνει.

Πρόποση
στο tête-à-tête
όλα στο τέταρτο
του Αρανχουέθ
του απογράφου.

από τη συλλογή
"Αγάλματα θερινής νυκτός"
με τίτλο "Η πρόποση"

Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2010

ο επί τέλους λόγος

Τη μήτρα που με γέννησε και
την αγάπη για το Θείο μου έδωσε,
το σπόρο για τις πίκρες 
τις λύπες τις χαρές,
τις δυσκολίες,
τα βάσανα
που μ' έκαναν
τη σφαίρα του αθάνατου
ν' αγγίξω.

Τους μαθητές,
γυναίκες και άνδρες
εξ αίματος και εξ αγχιστείας
που τόσο πολύ αγάπησα.

Τους αλλόφρονες αυτούς
που σαν το κτήμα
με δούλεψαν
όπου τους βόλευε.
Τους συνωμότες,
τους προδότες
για τις πράξεις τους.
Αυτούς που με το στανιό
καβάλα με πηγαίναν
όπως το Διγενή ο Χάρος
στ' αλόγου τα καπούλια.

Τους με ανιδιοτέλεια
συντρόφους,
τις γυναίκες που με αρνήθηκαν
μα πιο πολύ αυτές
που όταν τον έρωτα τους
ζήτησα,
τον έδωσαν άνευ υστεροβουλίας
και παιδέματος.

Εκείνους που αδιαφόρησαν,
αυτούς που προσπάθησαν
να με στείλουν αδιάβαστο
κάποιες φορές.
Τους εχθρούς.
Τους δήθεν φίλους.

Μα πιο πολύ
αυτόν που κάποιοι δεν τον 
αποκαλούν με το όνομα του,
κι άλλοι τον λένε Νουξ,
άλλοι Μέγα Αρχιτέκτονα,
Ιησού Χριστό
ή όπως και να 'ναι.
Πιο πολύ γιατί
με σημάδεψε,
να μη με χάνει μεσ' το πλήθος 
και τη μοναδικότητα μου χάρισε.
Τον εσταυρωμένο που
μου τρεμόπαιξε τα μάτια
και με κοίταξε
τότε που δάκρυζε.

Τους ευχαριστώ
τώρα που η λύτρωση
μ' επέστρεψε
στους δασκάλους μου.


αυτοδικαίως εντάσσεται στη συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "ο επί τέλους λόγος"

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

μέχρι τέλους

Η ώρα έφτασε και ο χρόνος της αναμονής τελείωσε.
Η αγωνία ξεπερνιέται με δυσκολία από το ειρωνικό γέλιο που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα.
Η ειρωνία εκδηλώνεται μέσα από αστεία που προσπαθούν να καθησυχάσουν τα θύματα.
Ο δροσερός αέρας προμηνύει μια δύσκολη μέρα και προσπαθώντας κι αυτός να ησυχάσει τα θηρία προσφέρει μια αξέχαστη ηδονή. 
Ο ήλιος δεν υπακούει σε κανένα αεράκι.
Σε νάρκωσε.
Ζαλισμένος νομίζεις ότι κάτι μπορείς να ορθοποδήσεις πάνω στο μυαλό σου που το αισθάνεσαι τόσο ψηλά, σα να σου έχει φύγει. 
Άδειος από συναισθήματα εκτός από ένα.
Αυτό που προκαλούν τα λόγια σου.
Οργή, γιατί χωρίς να το επιλέγεις ξέρεις και παίζεις την αρχαία τραγωδία.
Τι τραγική ειρωνεία! Και συ να ταυτίζεσαι με τον ήρωα. 
Άγνωστοι άνθρωποι σε ξένους τόπους προσπαθούν να επιβιώσουν κοιτάζοντας να ξεκάνουν με όποιο τρόπο το ωραίο.
Οι φωνές και τα τραγούδια σε αγγίζουν απότομα μα προσπαθείς να ξεφύγεις.
Ο κόσμος φωνάζει και διαλαλεί συνθήματα για το κόσμο.
Ο κόσμος προτρέπει τον κόσμο να φωνάξει.
Τα σίδερα είναι πιο δυνατά από τα χέρια αλλά η ελευθερία πιο δυνατή από τα σίδερα.
Ο κόσμος έχει τελειώσει.
Γύρνα σπίτι σου τι ήρθες να κάνεις εδώ;
Ο ηθικός κοιμήθηκε τη ζωή του.
Βλέπει ένα όνειρο που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους.
Μην κοιτάς πίσω.
Φωνές.
Ο ήλιος ανέβηκε ψηλά.
Τα γεγονότα περνάνε το ένα μετά το άλλο σε μια γιορτινή παρέλαση.

Το κέρδος μεγάλο, το φαγητό κρύο.
Τα βιβλία σε φωνάζουν σαν κάτι να ζητάνε.
Το τέλος των θυμάτων του πολέμου είναι πολύ αργά.
Η πόρτα χτύπησε το χέρι του επισκέπτη και σκέφτηκες χτύπησε η πόρτα.

Ποιος θα ανοίξει; 
Δεν υπάρχει κανείς.
Το μυαλό σου αργά-αργά γυρίζει σ' ένα κόσμο σαν τ' άστρα και το φεγγάρι μαζί μα ο ήλιος σου αργεί να ξημερώσει.
Η ώρα πήγε να συννεφιάσει.
Τα μωρά ουρλιάζουν και οι μάνες πνιγμένες στην υστερία κάνουν θυσίες γι΄ αυτά.
Ειρωνεία. 
Υστερία.
Η τηλεόραση που την ταΐζεις σε απασχολεί αρκετά. 
Στιγμές αγωνίας ζει ο κόσμος.
Όλα τελείωσαν.
Έξω.
Λατρεύεις τα γλυκά της μάτια αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.
Αυτή υπνωτισμένη με το λάθος προσανατολισμό, πέφτει σαν πεταλούδα πάνω στο φως και συ που κοιτάς απ' το σκοτάδι απλά χαζεύεις.
Όλα είναι μπερδεμένα.
Παίζεται ένα παιχνίδι συνέχεια, άγριο, θολό, χωρίς κανόνες, με θύματα παίκτες. 
Δυσκαμψία υπάρχει στους ελιγμούς ανάμεσα στις καταστάσεις.
Σαν τα δελφίνια στο δικό τους Ζάλογγο. 
Βλέπουν το τέλος και τρέχουν σ' αυτό.
Πανικός.
Η παραλία είναι το τέλος.
Πόσοι άνθρωποι.
Ο θάνατος βολτάρει με το ένα πόδι στο νερό και το άλλο στην άμμο.
Και μια ερώτηση μένει αναπάντητη διαρκώς.
Μα όλα αυτά είναι αληθινά.
Τέλεια λογική, κόσμος χωρίς σύνορα.
Λουλούδια παντού. 
Επτά.
Πρόσωπο.
Σύμβολα.
Γόρδιος δεσμός.
Ο κόσμος δεν τελειώνει.
Μα υπάρχει και κάτι απλό. 

Πήγαινε στην παραλία, άκου το κύμα, κοίταζε τ' αστέρια και περίμενε να σε βρει η απάντηση.

Περίμενε μέχρι το τέλος σου.
Ένας που ξέρω, ψάχνει τις απαντήσεις στο πόνο της μοναξιάς.
Κι ο δίσκος του γυρίζει και παίζει...

until the end...

...until the end.

Η παράσταση όμως πρέπει να συνεχιστεί...

από τη συλλογή
"Αγάλματα θερινής νυκτός"
με τίτλο "μέχρι τέλους"

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

η πυξίδα

Λουλούδια οι πράξεις που ανθίζουν
κι αρώματα που πλημμυρίζουν τις σκιές
είναι εκείνη η ανάγλυφη μορφή σου,
που δείχνει μέσα σου πως καις.

Σε γνωρίζω, είπα χωρίς φωνή κι ο χρόνος έτρεξε ατάκα μπρος και πίσω σα να ταν ραπτομηχανή που ράβει τη σάρκα μου.

Σταθερή παραμένεις μπροστά μου παρόλο που το τρεμοπαίξιμο του χρόνου κάνει τα πάντα πάνω σε τούτη τη βαρύτητα να αλλάζουν με την ταχύτητα του φωτός.  

Το κρουστικό κύμα δυνατό, τρομακτικά και στιγμιαία με σπρώχνει και εγώ κρατιέμαι καρφώνοντας το βλέμμα μου στην ήρεμη ομορφιά του πλάσματος σου.  

Αυτή η ύλη, πόσο μας προσβάλει και επιβάλει, τα πνεύματα να ενωθούν δια αυτής και των συναισθημάτων στην Ενέργεια που Ρέει ως το Ωμέγα, Σήμα της ύπαρξης.

Δυο μισοί ψευδοπροφήτες που αν τους προσθέσει δια της ισχυρής δυνάμεως με σύζευξη τριγώνου κανείς, θα πουν τον Α-λήθη κόσμο που περιμένει κάποιος να φτάσει σ' αυτόν.  

Και ιδού η Αποκάλυψη,
ως εικόνα παραμένει κρυμμένη
πίσω απ' την ύλη σε δώμα μυστικό
μα μόνο με σωστή πυξίδα
θα 'βρεις το δρόμο το σωστό.


από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "η πυξίδα"

Θάθαξ ο Pro-λογιστής

Θάθακα το κέρδος συλλογίσου,
το μόνο που γνωρίζεις να πονάς.
Λύσ' τα και δέσ' τα είσαι,
στα μέτρα σου όλα
τα περνάς.

Pro-κρούστης δήμιος,
της παραμύθας εραστής,
αν του συμφέροντός σου
το θέλω περιγράφει,
Pro-λόγο σαν κεραμίδα
μας πετάς.

Την Pro-τομή σου
νύχτα τη γυαλίζεις,
με στάχτη απ' του κοσμάκη
τις ψυχές.
Στης δόξας σου
τη μαύρη τη σελίδα
ζωγραφίζεις,
τα ίδια τα παιδιά σου
τώρα καις.

Με του λεκέ το χρώμα τριγυρίζεις,
με του ασβού τη μυρωδιά μας ευνουχίζεις,
και δάφνες στο κεφάλι σου γυρνάς.
Ήμαρτον τι είναι δε γνωρίζεις
φέσι σα βαρελότο μας φοράς.

Στης ασυλίας σου το αιδοίο
να ασελγήσω;
Και να σου κόψω
τη χαρά σου μονομιάς;

Θα σε “καρφώσω” με την πένα
στο λαρύγγι,

μολότοφ από μένα δε θα φας.
Δε θα σου κάνω εγώ αυτή τη χάρη
και σαν το θύμα να ξεπλένεις τη βρωμιά.

Δίπλα σου κι ο άγιος σατανίζει,
τα κόκαλα τους τρίζουν σαν περνάς.
Κι όλο μας λες πως ψιχαλίζει,
με όλο το σάλιο που τραβάς.

Χτενίσου ρε, κινούμενο σχέδιο!
Σε παίρνουν οι κάμερες...

από τη συλλογή
"Αγάλματα θερινής νυκτός"
με τίτλο "Θάθαξ ο Pro-λογιστής"

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2010

η μαντινάδα της κυρίας

Ήθελα να 'ρθω να σε βρω
κάτω απ' τ' ολόγιομο φεγγάρι
πλάι σου πάλι να σταθώ
κι ας μη μου κάνεις πια τη χάρη.

Ήταν το σώμα σου θαρρώ
γιορτή μεσ' του μυαλού τη ζάλη
κι είναι ο κόσμος πιο μικρός
κι απ' της καρφίτσας το κεφάλι.

Και τα φιλιά σου απρόσμενα
ζεστά και παθιασμένα
που αποκάναν την καρδιά
πέφτοντας μανιασμένα.

Τα μάτια λίγο να 'κλεινα
και λίγο πριν να σβήσω
τη θέα σου ν' αντάμωνα
στα βλέφαρα από πίσω.

Τώρα που την εικόνα σου
την έφερα μπροστά μου
ξανάγινε το όνειρο
φουρτούνα στην καρδιά μου.

Τι ήθελα και πέρασα
απ' τη δουλειά σου απ' έξω
και πυροτέχνημα ο έρωτας
με χτύπησε μια κι έξω.

Μα τι χαζός και τι τρελός
που πίστεψα σε σένα
πως βρήκα την αγάπη μου
πως θ' απογίνουμ' ένα.

Σαν μαντινάδα ακούγονται
τα λόγια αυτά στο τώρα
στο ύστερα και το μετά
ο πόνος παίρνει φόρα.

Όπου κι αν πας κι όπου σταθείς
θες να με δεις μπροστά σου
να σε κοιτώ κατάματα
δώσ' μου τον έρωτα σου.


Το παραπάνω εγκαινιάζει τη συλλογή
"Αγάλματα θερινής νυκτός"
με τίτλο "η μαντινάδα της κυρίας"

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

ματαιοτήτων κώδιξ

Κάθε Νηδύς Ωθείν τα ΚΑΠΠΑ
-το Λάλο των καταφερομένων κτυπημάτων της-
άλλα στο ΜΥ άλλα στο ΜΕ
μη με κοιτάς και προσπαθείς
από τις ΚΟ σου θα εισαχθώ
και από τα ΤΑΥ θα εξέλθω.

Αυτά που δεν ενώνονται
μη προσπαθείς να νιώσεις
του ΗΤΤΑ και ΜΙ
του κόσμου σου
τα όντα να βιώσεις
ΜΕ στο αδιάστατο
χοροπηδάν και τρίζουν
Δυνάμεις και Α-λογά πολλά
το τίποτα διασχίζουν

Μια ματαιότητα πράττοντας
χωρίς καν να το νιώσεις
τους Α-ρυθμούς Χαρά Μισές
Με τι να τους Προς Δώσεις.

Α συνδετός, Α προσιτός
Ματαιοτήτων Κώδιξ
με ΕΨΙΛΟΝ και ΓΑΜΜΑ
του Ο-μεγός Ω κλάμα!

από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "ματαιοτήτων κώδιξ"

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

στο φεγγαρόφωτο

Ήταν απόγευμα.
Μια μικρή φλογέρα
στο ένα χέρι κρατούσα,
εσύ ήσουνα απούσα.
Διέσχιζα τον άνεμο
χρώματα πεταμένα παντού,
συνάντησα μια Μούσα.
Κλεμμένες ρόγες
από σταφύλι γι' αντάλλαγμα,
μια μικρή φλογέρα
στο ένα χέρι.
Απλές μουσικές κρυστάλλινες φωνές.

Γονατιστός καθώς στεκόμουν
μια ημίθεα αγαπούσα.
Δεν προέτρεχα.
Κλεισμένοι στην αλμύρα
δεχτήκαμε ένα δώρο
που μας έφερε ο Προμηθέας.
Η μέρα τελείωσε έτσι, για μας.

Κρυφή ανάμνηση τώρα,
επίπεδη, σ' εν' άδειο πορτοφόλι
τι ζητάν απ' τον Παράδεισο
επιτέλους οι διαβόλοι;

Μια πενιχρή αμοιβή τα όβολα,
σκιές, αγάλματα της κίνησης,
γλύπτης ενός παραβολικού Οδυσσέα
και μιας υπερβολικής πρότασης.
Παροπλισμένοι, οξειδωμένοι ακόλαστοι,
μυστικοί ήρωες ενός απογεύματος
κοντά σε μια θάλασσα.

Σκεπασμένοι, ακούραστοι
να ερωτευόμαστε σκιές
απ' το φεγγαρόφωτο
σ' ένα άγνωστο μέρος.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "στο φεγγαρόφωτο"

λέξεις...

Ύπαρξη.
Φτωχή ανυπάκουη μυστήρια,
μυστήρια μορφή.

Τρόποι.
Ανελέητο χτύπημα το πάθος,
πάθος για ζωή.

Υποκλίνομαι.
Μυστήριοι δρόμοι.
Οδήγησε με.

Σ' αγαπώ,
μα δε σε ξέρω.
Ή ταν ή επί τας.

Με περιεργάζονται.
Τεχνολογικό επίτευγμα,
λάθος τεράστιο,
μυαλό τετράγωνο.
Ποιος είναι;
φώναξε του,
διωξ' τον.

Δεν σε θέλω.
Σ' αγαπώ μα δε σε ξέρω.
Σκέπασε τα μάτια με το βέλο,
χαμήλωσε τα, γύρνα και φύγε,
δεν σε ξέρω.
Κάποτε πλάγιαζα μ' ένα κρεβάτι,
τώρα δεν ξέρω,
ίσως δεν θέλω.
Γυρνάω στους δρόμους.

Τρόπους.
Φτωχή μου γλυκιά μου κοπέλα,
σήμερα σου πήρα μια ομπρέλα,
γένους θηλυκού.
Με τρόμαξες, έφυγα.
Πήγα και τάισα τα περιστέρια.
Λουλούδια με μέλισσες
που τσιμπάνε στο βάζο.

Στο τέλος ο τρόμος.
Κήποι με τριαντάφυλλα.

Αφορμή.
Τρόποι.
Μια ήσυχη ζωή ανησυχίες
και τρόμαξα όταν οι άλλοι
άρχισαν να ρωτάνε
και χάιδευα τις φοράδες.
Σταματήστε τον!!!

από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "λέξεις..."

τυχαία, μυστικά

Μια τυχαία συνάντηση.
Μυστικές υποθέσεις.

Εξοστρακίζει
την οργή
για τα νερά του Ποσειδώνα.
Η λίμνη θόλωσε τα νερά της,
τυλίγει τη ντροπή
σε μεταξένια τούλια.

Ισορροπώντας στο τελευταίο το κρασί
πλημμύρισε κρυστάλλινο νερό.
Στεκότανε, κρεμότανε
απ' της αυγής το δόρυ,
καρτερούσε να φανούν
τ' Αυγούστου τα λιοπύρια,
μέχρι το χείλος έφτασε
του Νείλου η πλημμύρα.
Θαρρώ ο Ορφέας
εδώ και καιρό
σταμάτησε να παίζει πια τη λύρα.

από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "τυχαία, μυστικά"

ανάρμοστη απελπισία

Ενός μαύρου ουρανού
ένα κομμάτι άσπρο πανί
κρατάει μια αστραπιαία συνήθεια.
Κάτω από το πρίσμα της άνοιξης
χρωματιστή από άρωμα νύχτα.
Αγγίζω τα όρια της σιωπής.
Μια χρονικά ανάρμοστη απελπισία,
μια χούφτα σκόνη,
στον άνεμο προβολή.

Βλέμματα πίσω από τις πόρτες
γυάλινα σκεπάσματα
μιας άγνωστης χλωμής υπόθεσης.

Ένα κέρμα στη ξύλινη στοά.
Διακεκομμένα, συμμετρικά, αέρινα,
γυαλιστερά πλάσματα.
Μια τεχνητή παράταση
άστοχης προσαρμογής
στην ξύλινη καρέκλα.

από την συλλογή
"Ερωδιοί του θανάτου"
με τίτλο "ανάρμοστη απελπισία"

άυλο όνειρο αυτοκόλλητο

Κοιτάζω από το παράθυρο,
ζαλισμένος, σηκώθηκα και περπάτησα,
άνοιξα ένα βιβλίο,
τεντώθηκα σαν τη γάτα,
αποκοιμήθηκα...

Τελείωσε το πρόγραμμα της τηλεόρασης.
Βγήκα έξω.
Οι ώρες περνούν πολύ γρήγορα,
στο τέλος της πόλης νέκρα.
Η αυγή με πλησίασε,
έδεσα τα κορδόνια μου και ένοιωσα άδειος,
έδωσα το μαντήλι μου και έμεινα μόνος,
πιο κάτω έγινε ένα φόνος
και βασιλεύει ο φθόνος.

Γύρισα πίσω.
Σήκωσα ένα ρούχο μου από το πάτωμα,
δεν ήταν μεταξωτό.

Περιμένοντας ένα ανοιχτόχρωμο ήλιο,
μια ανοιχτόχρωμη στρόγγυλη θάλασσα
με μια κόκκινη βάρκα.

Προσπερνώντας το σμήνος με τις μέλισσες
θυμήθηκα πως να με κοιτάξεις δεν θέλησες.

Γύρισα πίσω.
Έβαλα το κλειδί στην πόρτα
μα δεν την έκανα να σωπάσει.
Έκανα μια σπονδή.
Ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι περίμενε.
Το φλάουτο τραγουδούσε.

Ψάχνω ένα ξανθό ήλιο,
μια γαλανή στρόγγυλη θάλασσα
με μια κόκκινη βάρκα.
Σ' αγγίζω ξανά.

Άυλος γύρισα πίσω.
Ανέβηκα ένα δυνατό άλογο,
κρατώντας το με τα δυο μου χέρια.
Ο αέρας μάλλον σταμάτησε.

Βλέπω ένα χρυσό αστραφτερό ήλιο
μια διαμαντένια λαμπερή θάλασσα
με μια κόκκινη βάρκα
σ' ένα γυαλιστερό αυτοκόλλητο
και γύρισα πίσω.


από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "άυλο όνειρο αυτοκόλλητο"

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

αφηρημένα

Επιλεκτικά προσποιούμαι
κινούμαι αδιάφορα ασύστολα
απαρχαιώνοντας οτιδήποτε.

Επιπληκτικά απευθύνομαι
ανέκφραστα σε προσέχω.
Αποσυγχρονισμός.

Ο χρόνος που τρέχει.
Αργά.

Stop.
Replay.

Πιο αργά.
Αφηρημένα.

Ίσως…

…αργότερα.

από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "αφηρημένα"

μεταμορφώνομαι

Μεταμορφώνομαι,
γίνομαι άγριο πουλί
με τρομακτικά μεγάλα φτερά
ή κάτι ακίνητο
ή κάτι αμίλητο,

ακλόνητος, απείραχτος στο χρόνο.
Μια ογκώδης ακινησία.

Μεταμορφώνομαι.
Ροπή αδρανείας που λιγοστεύει,
γίνομαι μια γάτα
που με σκυφτό το κεφάλι
και έκτη αίσθηση στο φουλ
παραμονεύει.
Ή κάτι απίθανο!

Υπάρχω, δεν υπάρχω.
Είμαι εδώ,
τα βλέπω όλα μα λείπω.
Αδειάζω, γεμίζω, αισθάνομαι,
όλος δικός μου είμαι.

Και στο στρατόπεδο του Καίσαρα
κανένας δε μιλάει.
Το στρατόπεδο του Καίσαρα
σιωπή το πλάκωσε.
Κι εγώ αδειάζω, γεμίζω.

Μεταμορφώνομαι μα δε μιλάω,
σωπαίνω.

Στο στρατόπεδο του Καίσαρα
έξω απ’ τη σκηνή του
το δόρυ μου, όρθιο κρατάω.
Σκοπιά φυλάω και δε μιλάω.
Μεταμορφώνομαι.
Μετεμψυχώνομαι.


από την συλλογή
"Τα φυσικά μετά"
με τίτλο "μεταμορφώνομαι"

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

ερωτικό

Η ερωτική σου ιαχή,
μαχαίρι στα νεφρά βαθιά χωμένο
τα νύχια σου.
Πολλαπλασιασμός σαρκός
ίχνη προσώπου στο φιλί μου
και στους καρπούς απ' τα χέρια σου
τα χέρια μου.

Η γεύση σου στο στόμα μου
κι οι ματωμένες αυλακιές
ερωτικό μου λάφυρο
που άφησες πριν φύγω.

Σπασμωδικές λάγνες κινήσεις
στα λιγωμένα σωθικά,
πρόταση απ' τα χείλη σου
στο τεντωμένο
της επιθυμίας σου σχοινί,
το υπογάστριο βρήκα.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "ερωτικό"

στίγμα

Στίγμα.
Σημείο σύγκρισης δυναμικότητας στο χώρο.
Σημείο αναφοράς.

Αναφέρομαι,

στην βραχνή φωνή σου
που σπάνια επεκτάθηκε στο χώρο
και στην τεθλασμένη της πορεία,
στην οπτική άποψη των ματιών σου,
στην αναντικατάστατη πραγματικότητα
του είναι σου
και στην απρόσμενη επιθετικότητα σου.

Στο τελευταίο δάκρυ που κύλισε
και διέγραψε τη μορφή σου,
το πρόσωπό σου,
διέγραψε τη σιωπή σου.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "στίγμα"

τηλεφώνημα

Ένας παλιός καλός φίλος,
μια γνώριμη φωνή
ακόμη και μια άγνωστη.
Κάποιος που ζήτησε συγνώμη
και μετά εξαφανίστηκε,
χωρίς καν να δούμε τη μορφή του.
Κάποιος που μας έψαχνε.
κάτι που περιμέναμε
και κάναμε ελπίδες
ότι θα 'ρθει να μας συναντήσει
έστω και από μακρυά.
Κάτι που ζητούσαμε απεγνωσμένα.
Ένας απλός συνδυασμός
λογικών σκέψεων και πραγμάτων.
Και πάλι κάτι που περιμέναμε.
Ν' ακούσουμε τη φωνή σου,
έστω και από ένα τηλεφώνημα
να σβήσουμε τη σιωπή σου.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "τηλεφώνημα"

συμμετρία

Η απλούστερη μορφή
που περιελάμβανε ήταν ο κύκλος.
Όλα τα άλλα ήταν απλά,
μπερδέματα στο μυαλό μου.
Σε μια μοιρασμένη ψυχή-οικόπεδο
ψάχνω αρχαιοκάπηλος
κομμάτια του κορμιού σου.
Θέλω να δω αν είναι τα δικά σου,
ν' αρχίσω θέλω ξανά
τη διαδικασία της θλίψης.
Θυμάμαι που μου λεγές ότι φοβάσαι
όταν με έβγαζες από το μαρμάρινο θέατρο.
Και 'γω δεν έβλεπα.
Δυό αστυνομικοί πιο κάτω
μας αγριοκοίταζαν.
Ανανεωμένος, απείραχτος,
με αεροδυναμικό σχηματισμό,
στην κατακόρυφη μορφή
θα περιμένω ως πότε;

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "συμμετρία"

πρώτη φορά ήταν

Η πρώτη φορά στα μάτια μου,
ήταν η απλή μορφή του είναι σου.

Η πρώτη φορά στα χέρια μου ήταν,
όταν σε "πέταξα" από το
παράθυρο του πέμπτου,
στις ταράτσες με τους κήπους
και τα ξεραμένα τους λουλούδια.

Η πρώτη φορά που σε άφησα να φύγεις ήταν,
όταν δεν μου είπες την αλήθεια.

Η τελευταία φορά που σε συνάντησα ήταν,
όταν ήρθες να μου πεις ψέματα
για να μάθω τι σου συμβαίνει.

Την άλλη φορά που θα σε δω,
θα σε χαστουκίσω ξανά.

Η τελευταία ανάμνηση από σένα,
βρίσκεται στο μέσο όρο των εικόνων
που άφησες πίσω σου.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "πρώτη φορά ήταν"

στην ομίχλη και στο σκοτάδι

Στο απόλυτο σκοτάδι
ο ορίζοντας είναι τόσο μακρυά,
που λίγο αν περπατήσεις
θα πέσεις επάνω του νομίζεις.
Παρόλα αυτά ακόμη είναι μέρα.
κι η ομίχλη όσο πάει
πυκνώνει και πυκνώνει
κι ο κάμπος όσο πάει
και λιγοστεύει
και τα βουνά εξαφανίζονται
και τα σπίτια χάνονται
κι η λέξη δεν τελειώνει
κι η εικόνα σου θολώνει
κι όσο πάει και απομακρύνεσαι
και θα χαθείς όπως είσαι
χωρίς να μικρύνεις καθόλου,
δεν χρειάζεται καθόλου να μικρύνεις
θα χαθείς όπως είσαι στο χάος της ορατότητας μου.

Η ομίχλη όσο πάει και πυκνώνει
κι η λέξη δεν τελειώνει
ώσπου να πέσει το απόλυτο σκοτάδι.
Σκοτεινιάζει και 'χει ομίχλη
κι η πρόταση μόλις άρχισε
κι η λέξη δεν τελειώνει.

Σε βλέπω,
στο πρόσωπο σου, σκούρα
και ανοιχτά τα χρώματα σου.
Μεσ' την ομίχλη
υπερέχεις στ' όμορφο τοπίο.
Άσπρα γύρω μας.
Σκούρα και μουντά
τα χρώματα σου,
κόκκινο το χώμα που πατάς.
Κι όλοι περιμένουμε να γίνουμε
ένα στο σκοτάδι.
Ορατότητα μηδέν,
στο χάος του βλέμματος μου
κι η μέρα μας εγκατέλειψε,
αγκάλιασε με.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "στην ομίχλη και στο σκοτάδι"

μακρυά κοντά

Μια ύστερη απόφαση.
Η ματιά της, η πρόφαση.
Κάτι που θέλω
κάτι που πάντα ήθελα,
βλέπω ότι ούτε και τώρα
πρόκειται να γίνει.
Συνέχισα ως κάτω,
κάτω στα φώτα.

Ακόμη και 'δω,
τόσο μακρυά,
αυτός ο νότιας,
τη μυρωδιά της
θάλασσας σου φέρνει.
Το νυσταγμένο σου κορμί
κρύο στο ζεστό αέρα,
φωτιά στη ζωντανή ψυχή σου.

Σε λυπήθηκαν άλλοι δύο σήμερα.

Είσαι μακρυά,
μα πως γίνεται
ν' ακούγεσαι δίπλα μου.
Αυτός ο νοτιάς,
αντίλαλος στις ερειπωμένες
αποθήκες της αποβάθρας.
Τα λιγοστά της φώτα
στα βρεγμένα της μπλόκια.
Αυτός ο νότιας,
στη θάλασσα σ' έχει πάει
κι ακούγεσαι μακρυά,
ενώ περπατάς δίπλα μου.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "μακρυά κοντά"

τα τρένα της σιωπής

Τα τρένα της σιωπής
δεν έφτασαν ακόμα.
Ένα τοπίο είναι οι γραμμές
βαθιά μεσ' το χειμώνα.
Ο αέρας που φυσά
δεν πρόφτασε
το κλάμα να σου πνίξει.
Το γέλιο σου
δεν μπόρεσε
να με παραπλανήσει.
Φεύγω αύριο,
μπόρεσα μονάχα να σου 'πω
βαθιά μεσ' το σκοτάδι.
Το ύφος της απόγνωσης
τα τρένα της σιωπής
φεύγω αύριο νωρίς,
μη με καθυστερείς.

από την συλλογή
"Πληγωμένοι εραστές"
με τίτλο "τα τρένα της σιωπής"

η πόλη της σιωπής

Η πόλη της σιωπής
μιας γαλήνης αφάνταστα χλωμής.
Ένα κοίταγμα, σκίρτημα,
μια ένδειξη ζωής
στ' αβεβήλωτα μπαλκόνια.

Το τράνταγμα της νιότης
μιας πολυδιάστατης εικόνας.
Ο ήχος του αέρα
μιας κρυπτογραφημένης
περίεργης φωνής.

Η συνδυαστική ανάγλυφη φροντίδα
κι ένα ψαροπούλι που έπεφτε.
Φωνές και λόγια, εικόνες,
κατεστραμμένοι παρθενώνες
μιας άλλης κατοχής.

Το τέλος της απρόσμενης
άρρωστης προσταγής,
σ' ένα δωμάτιο πιασμένο
με μπουλόνια.

Σε μια λασπωμένη απαγγελία,
συρμάτινα μεταξένια στολίδια.
Μια δύσπιστη
ιδεολογική ομοιοκαταληξία.

Μια σάπια πόρτα
πεταμένη στο πάτωμα.
Ένα κουβάρι,
κολίγοι καρπωμένοι ιδρώτα,
μια περιπέτεια.

Μια υπόθετη
σάπια ανάμνηση
κι ένας κανίβαλος
που επέζησε από τον πόλεμο.
Στο τουρνουά
μιας ατέλειωτης μπόρας.

από την συλλογή
"Ερωδιοί του θανάτου"
με τίτλο "η πόλη της σιωπής"

σπασμένη αγάπη

Η τελευταία σημαία
έπεσε για σήμερα,
νωρίς το απόγευμα
πριν φύγει ο ήλιος,
πριν βγει ο αέρας.

Και τα κομμάτια
μαζεμένα μέσ' απ΄ τη σκόνη.
Μ' αγάπησες.
Νωρίς το απόγευμα
σε πήρα και περπατήσαμε.
Με χρώματα και σύννεφα
στολίσανε κι απόψε
την πατρίδα.
Νωρίς το απόγευμα
πριν ξεσπάσει πλημμύρα
Κι είχες πεθάνει
χωρίς καν να γευτείς
την αλμύρα.

Το τελευταίο κάστρο
το γκρεμίσανε σήμερα.
Και 'συ,
σε κομμάτια έσπασες
αργά το βράδυ,
και μόνο τα γόνατα σου
ξεχωρίζανε λυγισμένα,
πνιγμένη από τον Άδη
απόψε ήσουνα
θαμμένη στο σκοτάδι.

από την συλλογή
"Ερωδιοί του θανάτου"
με τίτλο "σπασμένη αγάπη"

πάνω σε μια πέτρα...

Το φως σαν ήρθε
και η γη γυρνούσε,
πάνω σε μια πέτρα
περίεργες γραμμές,
και πάνω σ' αυτές
ζωή κυλιέται.
Ο ήλιος καίει
κι η θάλασσα αλμύρα γεμίζει
πάνω σε μια πέτρα
πάνω σ' ένα κρεβάτι,
γεμάτο ζωή ένα σώμα.
Άγαλμα κρύο παγερό
πάνω σ' ένα μαρμάρινο βάθρο.
Πάνω σε μια πέτρα μόνο,
έγραφε χρόνια πολλά,
πάνω σε μια πέτρα
ξανά και ξανά.

κορδόνια, φώτα, κάτασπρη,
πληγή, στοργή, ανέλπιστη,
ζωή, φωτιά, αδύνατη,

ξανά και ξανά.
Η βροχή σε σαπίζει
ο αέρας σε ξηραίνει
με τα μάτια γυμνά
που ο ήλιος στα καίει
πάνω σε μια πέτρα,
πάνω σ' ένα μεγάλο βράχο
που σε βλέπω να πέφτεις
Αιγαίο πέλαγος,
γύρω από μια πέτρα
και πάνω σ' αυτή.

από την συλλογή
"Ερωδιοί του θανάτου"
με τίτλο "πάνω σε μια πέτρα..."

οδοιπορικό στο σκοτάδι

Τις νύχτες που γευτήκαμε
τις μέρες που τελειώσανε
χτυπούσαν οι καμπάνες.
Δυό μέρες προσπαθούσαμε
να φτάσουμε εδώ,
εδώ που 'μαστε τώρα.
Δυό νύχτες προσπαθούσαμε
να κλείσουμε τα μάτια μας,
οι αναμνήσεις έντονες
και τα σημάδια νωπά
που είχαμε στην πλάτη.
Πονούσες,
και δεν είπες μια λέξη
προτού να πεθάνεις.

από την συλλογή
"Ερωδιοί του θανάτου"
με τίτλο "οδοιπορικό στο σκοτάδι"

Η επιγραφή

Η φωτεινή επιγραφή,
στολίδι στα πεζοδρόμια της.
Ξεψαχνίζω τους δρόμους.
Έξω στο κενό
έντονα μια άγνωστη
παρουσία παραμονεύει.
Έξω στο κενό
η φύση στολίδι,
μακρυά απ' τον ωκεανό.

Μόνος, ανάμεσά τους περπατώ.
Οι εργάτες να φορτώσουν
προσπαθούν στο φορτηγό,
τα κασόνια με τις άδειες μποτίλιες.
Ο κ. Καθηγητής με καινοτομίες
προσπαθεί να γεμίσει τη ζωή του,
υποσχόμενος λάτρης του σαδομαζόχ.

Απέναντι, ο κινέζικος πολιτισμός
γνωστός από αρχαιοτάτων χρόνων.

από την συλλογή
"Ερωδιοί του θανάτου"
με τίτλο "Η επιγραφή"

Από που το πιάνει κανείς...

Να θέλεις να πεις τόσα και τόσα και να μην ξέρεις από που να αρχίσεις, πως να το πιάσεις το θέμα και που να το τελειώσεις.
Τελικά τι είμαστε? Είμαστε εμείς που αποφασίζουμε ή νομίζουμε έτσι, ή είναι όπως λέει ο Arthur Koestler "είναι κάποιος μέσα μας που είναι πιο πολύ εγώ από τον εαυτό μας"?...
...άντε και πες ότι εγώ το πιστεύω αυτό το πράγμα με τους άλλους που δεν το πιστεύουν τι γίνεται? Πως να υπάρξει συνεννόηση, όταν όλοι βάζουν το άτομο τους πάνω από το σύνολο, και μη μου πεις ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα.
Δες γύρω σου τι γίνεται... π. χ. δες την ελληνική πολιτική...
(και δεν κολλάμε σε αυτό, παράδειγμα είναι απλώς...)
κυκλοφορούν άτομα στην πιάτσα που τους "φτύνουν" και αυτοί λένε "ψιχαλίζει" και παρόλα αυτά δεν έχουν ντροπή μέσα τους να κάτσουν σπίτι και να μην ξαναβγούν.
Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό, είναι που ταλαιπωρούν μια χώρα, ένα λαό, μια κοινωνία ολόκληρη στο σύνολο.
Πως όμως να πεις ψέματα σε όλους αν δεν ξεκινήσεις από τον πρώτο? Μετά τον δεύτερο και ούτω καθεξής.
Μα καλά και σε αυτή την πορεία του ψέματος δεν βρέθηκε κάποιος "χριστιανός" να "δώσει" σε αυτόν τον ψεύτη "μία" με ένα "πατόφτυαρο" στο κεφάλι να τον συμμαζέψει και καταφέρνει με το ψέμα και την κοροϊδία να κάνει καριέρα?
Μήπως βολεύει και τους άλλους???
Και αφού έτσι χτίζουμε μια κοινωνία του ψέματος που όπως περίτεχνα οι γείτονές μας την λένε γιαλάν ντουνιά, ψεύτικε κόσμε δηλαδή, έρχεσαι εσύ
ο μόνος και έρημος σαν τον πολεμιστή του φωτός του Paulo Coelho και λες...

Αληθινά μα ψεύτικα
υπάρχουν δεν υπάρχουν,

υδάτινα
ζαρώματα
τρόποι έκφρασης
της πραγματικότητας κανένας!
Χίλιες και δυο τεχνικές
προσέγγισης υπάρχουν.
Συνειδησιακά πουλημένοι.
Λατρεύω την διαφορετική
πυκνότητα υφή διαφορά
νερού - αέρα.
Το μόνο που χαίρομαι ανάμεσα
στους συνειδησιακά πουλημένους.
Ανύπαρκτοι, υπαρξιστές του δήθεν.
Διεφθαρμένοι αδιάφοροι
δείχνουν να διασκεδάζουν
Τα κόβουν και τα ράβουν
όπως αυτοί θέλουν να δείχνουν
και 'γω δίπλα σ' αυτούς μοιάζω
συνειδησιακά πουλημένος.

Το παραπάνω κατασκεύασμα
είναι του υπογράφοντος του ιστολογίου
από την συλλογή
"Ερωδιοί του θανάτου"
με τίτλο "συνειδησιακά πουλημένοι"

Παρασκευή 1 Μαΐου 2009

Χωρίς τίτλο

Ανοίγει κάποιος ένα ιστολόγιο για να πει αυτά που θέλει να πει ή για να γράψει αυτά που θέλει να γράψει ή οτιδήποτε. Ωραία αυτό το κείμενο είναι ότι πρέπει για δοκιμή.