Ένα σημαντικό ερώτημα είναι τι είδους άνθρωποι προβαίνουν συχνότερα σε κλοπή ιδεών. Έρευνες στην οργανωσιακή ψυχολογία συνδέουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, ιδίως αυτά που ανήκουν στη λεγόμενη «Σκοτεινή Τριάδα», με μεγαλύτερη πιθανότητα ιδιοποίησης ξένης πνευματικής εργασίας. Τα άτομα αυτά τείνουν να έχουν χαμηλή ενσυναίσθηση, υψηλό αίσθημα προσωπικού δικαιώματος και εργαλειακή αντίληψη των άλλων, στοιχεία που ευνοούν την υιοθέτηση ανήθικων πρακτικών για προσωπικό όφελος. Διακρίνονται τρία βασικά προφίλ. Το πρώτο είναι ο ναρκισσισμός. Οι ναρκισσιστικές προσωπικότητες χαρακτηρίζονται από διογκωμένο εγώ, ανάγκη θαυμασμού και αίσθηση ότι «τους αξίζουν όλα». Στον εργασιακό χώρο, ένας ναρκισσιστής ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη δική του προβολή και συχνά δεν διστάζει να καρπωθεί τη δουλειά άλλων για να ενισχύσει το κύρος του. Ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι τα άτομα με υψηλό ναρκισσισμό παρουσιάζουν μειωμένες ηθικές αναστολές και είναι περισσότερο διατεθειμένα να πουν ψέματα, να εξαπατήσουν και να κλέψουν συγκριτικά με λιγότερο ναρκισσιστές συναδέλφους. Ένας ναρκισσιστής εργαζόμενος μπορεί να διεκδικήσει την πατρότητα μιας επιτυχημένης ιδέας, ακόμη κι αν δεν ήταν δική του, πιστεύοντας ειλικρινά ότι του αξίζει η επιβράβευση. Όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά μελέτη του Cornell, οι ναρκισσιστές συχνά οικειοποιούνται τα εύσημα για ιδέες και αποτελέσματα άλλων και γενικά αποδίδουν στον εαυτό τους την επιτυχία, ενώ αποποιούνται ευθύνες σε περίπτωση αποτυχίας.
Το δεύτερο προφίλ είναι ο μακιαβελισμός. Ως μακιαβελικοί περιγράφονται οι ιδιαίτερα κυνικοί και χειριστικοί τύποι, που λειτουργούν με ψυχρό υπολογισμό για την επίτευξη των στόχων τους. Ένας εργαζόμενος με μακιαβελικά γνωρίσματα είναι πιθανό να δει την κλοπή ιδεών ως στρατηγική τακτική ανέλιξης. Τέτοια άτομα συστηματικά μεγιστοποιούν τη δική τους συμβολή και υποβαθμίζουν των άλλων, φροντίζοντας να εμφανίζονται ως οι «εγκέφαλοι» πίσω από κάθε ομαδική επιτυχία. Για παράδειγμα, ένας μάνατζερ με αυτές τις τάσεις μπορεί να παρουσιάσει στην ανώτερη διοίκηση ένα πρότζεκτ ως δικό του κατόρθωμα, παραλείποντας να αναφέρει ότι η αρχική ιδέα ή η επίλυση κρίσιμου προβλήματος προήλθε από μέλος της ομάδας του. Η έλλειψη ηθικών φραγμών που χαρακτηρίζει τους μακιαβελικούς, δηλαδή η προθυμία τους να εξαπατήσουν και να εκμεταλλευτούν άλλους για ίδιον όφελος, σημαίνει ότι δεν έχουν ενδοιασμό να ιδιοποιηθούν πνευματική εργασία συνεργατών όταν πιστεύουν πως «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα».
Το τρίτο προφίλ αφορά τη χαμηλή ενσυναίσθηση και την ψυχοπαθητικότητα. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν προσωπικότητες με έντονη έλλειψη συναισθηματικής ενσυναίσθησης και μεταμέλειας, γνωρίσματα που συναντώνται σε άτομα με ψυχοπαθητικές τάσεις. Τέτοιοι εργαζόμενοι δεν νιώθουν τύψεις όταν βλάπτουν άλλους ή παραβιάζουν κανόνες, γεγονός που τους καθιστά επιρρεπείς σε αντικοινωνικές ενέργειες στον εργασιακό χώρο. Μελέτες δείχνουν ότι άτομα που εντάσσονται στη λεγόμενη Σκοτεινή Τριάδα, δηλαδή ναρκισσισμός, μακιαβελισμός και ψυχοπάθεια, διακρίνονται από την ικανότητά τους να λένε ψέματα, να παραπλανούν και να χειραγωγούν χωρίς τύψεις. Δεν είναι λοιπόν έκπληξη ότι παρουσιάζουν μεγαλύτερη τάση προς απάτη, κλοπή και κατάχρηση σε οργανισμούς. Ενδεικτικά, έρευνα έδειξε πως άτομα με αυτά τα σκοτεινά χαρακτηριστικά είναι πιο πιθανό να αντιγράψουν, να πλαστογραφήσουν εργασίες ή και να οικειοποιηθούν αποτελέσματα που δεν τους ανήκουν. Η παντελής έλλειψη ενσυναίσθησης σημαίνει ότι τέτοιοι χαρακτήρες δεν προβληματίζονται για το ότι «κλέβοντας» την ιδέα ενός συναδέλφου μπορεί να τον αδικήσουν ή να πλήξουν το ηθικό της ομάδας. Βλέπουν μόνο το δικό τους όφελος.
Το κατά πόσον θα ανθίσει ή θα περιοριστεί η κλοπή ιδεών σε έναν οργανισμό εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την κουλτούρα και τις πρακτικές που προωθεί η ηγεσία. Ένα αδιάφορο ή ανεπαρκές management μπορεί άθελά του να επιτρέψει την εξάπλωση αυτού του φαινομένου, ενώ μια ηγεσία που τολμά να το αντιμετωπίσει ευθέως μπορεί να το αποθαρρύνει. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η οργανωσιακή κουλτούρα και οι νόρμες που θέτει η διοίκηση καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη συχνότητα εμφάνισης της ιδιοποίησης ιδεών. Εάν η συμπεριφορά αυτή ανεχθεί ή, ακόμη χειρότερα, επιβραβευτεί έμμεσα από τη διοίκηση, τότε γίνεται μέρος της «κανονικότητας» και εμπεδώνεται τόσο βαθιά που αργότερα δύσκολα αλλάζει. Για παράδειγμα, σε ορισμένους ανταγωνιστικούς εργασιακούς χώρους όπου μόνο το τελικό αποτέλεσμα μετράει, οι μάνατζερ μπορεί να κλείνουν τα μάτια στο ποιος πρωτοείχε την ιδέα, αρκεί το έργο να ολοκληρωθεί. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, στέλνεται το μήνυμα ότι η ιδιοποίηση δουλειάς τρίτων είναι αποδεκτή, καθιερώνοντας έναν φαύλο κύκλο έλλειψης αναγνώρισης.
Αντίστοιχα, η αδράνεια ή συνενοχή της ηγεσίας απέναντι σε τέτοια περιστατικά αφήνει τα θύματα χωρίς υποστήριξη και φωνή. Πολλοί εργαζόμενοι διστάζουν να καταγγείλουν ότι κάποιος τους «έκλεψε» την ιδέα, ιδίως αν ο δράστης είναι προϊστάμενός τους, λόγω φόβου μήπως στοχοποιηθούν ή τιμωρηθούν που τόλμησαν να διεκδικήσουν την πατρότητα της δουλειάς τους. Σε μια κουλτούρα όπου η ηγεσία δεν αναγνωρίζει ξεκάθαρα τις συμβολές του καθενός, οι υφιστάμενοι μαθαίνουν ότι δεν έχει νόημα να διαμαρτυρηθούν όταν αδικούνται. Κακό management μπορεί επίσης να σημαίνει ότι οι ίδιοι οι προϊστάμενοι οικειοποιούνται τις ιδέες της ομάδας τους. Αυτό όχι μόνο συνιστά άμεση κλοπή πνευματικής εργασίας, αλλά δημιουργεί και ισχυρό αντικίνητρο για τους εργαζόμενους να μοιράζονται νέες προτάσεις, αφού γνωρίζουν ότι στο τέλος «το αφεντικό θα πάρει όλη τη δόξα». Με άλλα λόγια, όταν η ηγεσία αποτυγχάνει να προλάβει ή και γίνεται η ίδια μέρος του προβλήματος, διαβρώνεται η εμπιστοσύνη στο σύστημα αξιολόγησης και επιβράβευσης. Αντιθέτως, σε οργανισμούς όπου οι ηγέτες δίνουν το παράδειγμα αποδίδοντας εύσημα εκεί που οφείλονται, η ιδιοποίηση ιδεών αντιμετωπίζεται ως απαράδεκτη παρέκκλιση και περιθωριοποιείται.
Η κλοπή ιδεών δεν είναι απλώς ένα ηθικό παράπτωμα. Έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στην εύρυθμη λειτουργία και την καινοτομική ικανότητα μιας επιχείρησης. Εφόσον οι ιδέες και η γνώση αποτελούν κρίσιμους πόρους, οτιδήποτε υπονομεύει τη ροή γνώσης μέσα σε έναν οργανισμό μπορεί να τον βλάψει καίρια. Ερευνητές προειδοποιούν ότι η ιδιοποίηση πνευματικής εργασίας συνιστά μοναδικά επιζήμια μορφή παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς που διαβρώνει την εμπιστοσύνη και το ηθικό των εργαζομένων, θέτοντας σε κίνδυνο την επιτυχία των πρωτοβουλιών διαχείρισης γνώσης της εταιρείας. Με απλά λόγια, όταν οι άνθρωποι φοβούνται ότι οι ιδέες τους θα «κλαπούν», παύουν να μοιράζονται ανοικτά τη γνώση τους και έτσι μπλοκάρεται η συνεργασία και η καινοτομία.
Ένα από τα πιο άμεσα αποτελέσματα είναι ότι τα θύματα της κλοπής ιδεών γίνονται επιφυλακτικά και προστατευτικά με τη δουλειά τους. Πάνω από τους μισούς εργαζόμενους που έχουν βιώσει τέτοια περιστατικά δηλώνουν ότι στη συνέχεια απέφευγαν να κοινοποιήσουν πληροφορίες ή γνώση, υιοθετώντας σκόπιμα σιγή ή αμυντική στάση. Συχνά επιλέγουν τη σιωπή σε συσκέψεις, δεν προτείνουν νέες ιδέες ή λύσεις, ή ακόμη και κρύβουν πληροφορίες και τεχνογνωσία, φοβούμενοι ότι αν συνεισφέρουν θα τους «αρπάξουν» ξανά την πατρότητα. Αυτές οι προληπτικές αντιδράσεις άμυνας εντάσσονται σε αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν knowledge hiding, δηλαδή απόκρυψη γνώσης, και μπορούν να παραλύσουν την ομαδική δημιουργικότητα. Όπως περιγράφει χαρακτηριστικά ο καθηγητής David Zweig, η εμπειρία του να μην πάρεις credit για τη δική σου ιδέα σε κάνει να «καίγεσαι» και μετά να μην είσαι πρόθυμος να μοιραστείς άλλες στο μέλλον, δημιουργώντας ένα τοξικό περιβάλλον όπου η πληροφορία δεν ρέει. Αυτό το φαινόμενο «σκοτώνει» την ανοιχτή ανταλλαγή απόψεων που είναι απαραίτητη για την καινοτομία, με αποτέλεσμα οι ομάδες να βαλτώνουν σε στείρα silos αντί να συνεργάζονται δημιουργικά.
Παράλληλα, κλονίζεται η ψυχολογική ασφάλεια, δηλαδή το αίσθημα των εργαζομένων ότι μπορούν να πάρουν ρίσκα και να εκφραστούν χωρίς φόβο. Η κλοπή ιδεών πλήττει την ψυχολογική ασφάλεια διπλά. Αφενός, γιατί το θύμα νιώθει αδικημένο και εκτεθειμένο, ειδικά αν δεν μπορεί να διαμαρτυρηθεί. Αφετέρου, γιατί οι υπόλοιποι γύρω βλέπουν ότι η πρωτοβουλία μπορεί να τιμωρηθεί αντί να ανταμειφθεί. Έτσι δημιουργείται κλίμα όπου οι εργαζόμενοι δεν αισθάνονται ασφαλείς να μοιραστούν σκέψεις ή να αναλάβουν πρωτοβουλίες, φοβούμενοι ότι είτε θα τους «κλέψουν» την ιδέα είτε θα στιγματιστούν ως αντιδραστικοί αν διεκδικήσουν αναγνώριση. Αυτό υπονομεύει σοβαρά την ομαδική μάθηση και πειραματισμό, αποθαρρύνοντας κάθε συμπεριφορά πέραν της αυστηρά προβλεπόμενης.
Οι αρνητικές συνέπειες δεν σταματούν εδώ. Επεκτείνονται και στην παραγωγικότητα και στη διατήρηση ταλέντου στον οργανισμό. Όταν οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι οι κόποι τους δεν αναγνωρίζονται ή, χειρότερα, ότι τους υφαρπάζουν άλλοι, το ηθικό τους πέφτει κατακόρυφα. Η εργασιακή ικανοποίηση μειώνεται και πολλοί αρχίζουν να αποστασιοποιούνται. Είτε δουλεύουν λιγότερο εντατικά, με το σκεπτικό «γιατί να προσπαθήσω, αφού έτσι κι αλλιώς δεν θα πάρω τα εύσημα;», είτε εμπλέκονται σε αντεκδικητικές συμπεριφορές που βλάπτουν την απόδοση της ομάδας. Έρευνες δείχνουν ότι τα άτομα που «κάηκαν» από κλοπή ιδεών είναι πιο πιθανό να επιδοθούν σε counterproductive work behaviors, δηλαδή να δυσφημίσουν συναδέλφους, να αρνούνται βοήθεια ή γενικά να σαμποτάρουν συνεργασίες, ως αντίδραση στην αδικία που υπέστησαν. Μακροπρόθεσμα, ένα εργασιακό περιβάλλον όπου τέτοιες πρακτικές γίνονται ανεκτές οδηγεί σε αυξημένη κινητικότητα προσωπικού. Οι ικανοί εργαζόμενοι, απογοητευμένοι από την έλλειψη δικαιοσύνης, επιλέγουν να φύγουν για πιο υγιή περιβάλλοντα. Αυτό όχι μόνο δημιουργεί κενά γνώσης και κόστος επαναπροσλήψεων, αλλά βλάπτει και τη φήμη του οργανισμού. Αν γίνει γνωστό ότι μια εταιρεία δεν προστατεύει τους δημιουργούς και αφήνει τους «κλέφτες ιδεών» ατιμώρητους, θα δυσκολευτεί να προσελκύσει και να διατηρήσει κορυφαίο ταλέντο. Συνολικά, λοιπόν, η κλοπή ιδεών υπονομεύει την καινοτομία, ρίχνει την παραγωγικότητα μέσω μειωμένης δέσμευσης και συνεργασίας και καταστρέφει την εμπιστοσύνη, που είναι βασική συνιστώσα της ψυχολογικής ασφάλειας στην εργασία.
Δεδομένης της σοβαρότητας του ζητήματος, είναι κρίσιμο οι οργανισμοί να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για να αποτρέψουν ή να αντιμετωπίσουν την ιδιοποίηση ξένης πνευματικής εργασίας. Βιβλιογραφικά τεκμηριωμένες πρακτικές και συστάσεις από μελέτες περιλαμβάνουν, πρώτον, την αναγνώριση του προβλήματος και την καλλιέργεια κουλτούρας διαφάνειας. Το πρώτο βήμα είναι η ίδια η διοίκηση να αναγνωρίσει ανοιχτά ότι υφίσταται κλοπή ιδεών και να δηλώσει μηδενική ανοχή σε αυτήν. Οι ηγέτες οφείλουν να ενθαρρύνουν τους εργαζόμενους να μιλούν όταν βλέπουν τέτοια περιστατικά, με την απλή λογική «αν δεις κάτι, μίλα». Η δημιουργία ασφαλών διαύλων επικοινωνίας, όπως ανώνυμη αναφορά περιστατικών ή ανοιχτές συζητήσεις σε συναντήσεις, αυξάνει την ορατότητα του προβλήματος και βοηθά στο να μη συγκαλύπτεται. Όταν οι εργαζόμενοι νιώθουν ότι η διοίκηση θα τους υποστηρίξει αν αναφέρουν μια περίπτωση ιδιοποίησης, είναι πιθανότερο να το κάνουν, εμποδίζοντας έτσι την κανονικοποίηση της συμπεριφοράς.
Δεύτερον, απαιτείται έμφαση στην απόδοση εύσημων και στην αναγνώριση. Οι ηγέτες και οι προϊστάμενοι πρέπει ενεργά να αποδίδουν τα εύσημα στους σωστούς ανθρώπους, δίνοντας δημόσια αναγνώριση στις ιδέες και στη δουλειά των υφισταμένων τους. Όπως σημειώνουν οι ειδικοί, τίποτα δεν σκοτώνει περισσότερο την εργασιακή motivation από το να μην αναγνωρίζεται η συνεισφορά κάποιου. Γι’ αυτό, οι μάνατζερ θα πρέπει συνειδητά να λένε, για παράδειγμα, «η ιδέα αυτή προτάθηκε από την ομάδα Χ» ή «πρέπει να επισημάνω τη συμβολή του Α στην ανάπτυξη αυτής της λύσης». Αυτό το μοντέλο λογοδοσίας από την ηγεσία διαμορφώνει πρότυπα συμπεριφοράς και δείχνει σε όλους ότι η επιβράβευση έρχεται με συνεργατικό πνεύμα και σεβασμό στην πνευματική πατρότητα. Με τον καιρό, τέτοια στάση από πάνω προς τα κάτω μειώνει τις πιθανότητες οι εργαζόμενοι να κρύβουν τις ιδέες τους από φόβο, αφού γνωρίζουν ότι θα λάβουν αναγνώριση για όσα προσφέρουν.
Τρίτον, ένας βασικός οργανωσιακός μοχλός αλλαγής είναι το σύστημα επιβράβευσης και ειδικότερα η προτίμηση σε ομαδικές ανταμοιβές αντί για αμιγώς ατομικές. Αν η αξιολόγηση και τα bonus βασίζονται αποκλειστικά σε ατομικές «νίκες», δημιουργείται κίνητρο στους εργαζομένους να διεκδικούν προσωπικό credit ακόμη και για συλλογική δουλειά. Οι ειδικοί προτείνουν την αναθεώρηση των δομών ανταμοιβής ώστε να επιβραβεύονται οι ομαδικές επιτυχίες και η συνεργατική επίδοση. Με αυτόν τον τρόπο, μειώνεται η ανάγκη για οικειοποίηση, αφού το συλλογικό αποτέλεσμα μοιράζεται και δεν υπάρχει «παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος» για το ποιος θα πάρει τη δόξα. Σε πρόσφατες μελέτες συστήνεται ρητά οι οργανισμοί να εστιάζουν περισσότερο στην επιτυχία της ομάδας παρά του ατόμου, ώστε να περιοριστούν τα κίνητρα των εργαζομένων να διεκδικούν αποκλειστική αναγνώριση. Επιπλέον, όταν γίνονται αξιολογήσεις, είναι χρήσιμο να ζητείται feedback 360 μοιρών, δηλαδή αξιολόγηση από συναδέλφους, υφισταμένους και προϊσταμένους, ώστε να φανεί αν κάποιος κατ’ επανάληψη απορροφά την εργασία άλλων ή, αντιθέτως, αν συνεισφέρει σε ομαδικό πνεύμα.
Τέταρτον, χρήσιμες είναι οι δομές τεκμηρίωσης και προστασίας ιδεών. Ορισμένες εταιρείες υιοθετούν μηχανισμούς για να τεκμηριώνεται η πατρότητα των ιδεών μέσα στον οργανισμό. Για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχει ένα εσωτερικό πληροφοριακό σύστημα όπου οι υπάλληλοι υποβάλλουν νέες προτάσεις με χρονοσφραγίδα και περιγραφή. Έτσι, αν αργότερα υπάρξει αμφισβήτηση, είναι ξεκάθαρο ποιος κατέθεσε πρώτος την ιδέα. Παρόμοια, η τήρηση πρακτικών σε συναντήσεις που καταγράφουν ποιος πρότεινε τι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τον επίδοξο κλέφτη. Αν και αυτές οι λύσεις από μόνες τους δεν εξαφανίζουν το φαινόμενο, προσφέρουν ένα επίπεδο διαφάνειας που καθιστά πιο δύσκολη την ιδιοποίηση χωρίς να γίνει αντιληπτή.
Πέμπτον, σημαντική είναι η εκπαίδευση και ο παραδειγματισμός. Οι οργανισμοί μπορούν να επενδύσουν σε εκπαίδευση ηγεσίας και ευαισθητοποίηση γύρω από την ηθική της αναγνώρισης. Οι μάνατζερ θα πρέπει να εκπαιδεύονται ώστε να εντοπίζουν και να αποδοκιμάζουν συμπεριφορές κλοπής ιδεών στην ομάδα τους. Μέσω σεμιναρίων ή workshops για ψυχολογική ασφάλεια και ομαδική συνεργασία, μπορεί να τονιστεί η αξία του κάθε μέλους και η σημασία της πίστωσης των ιδεών στους σωστούς ανθρώπους. Επίσης, η προβολή θετικών προτύπων, όπως ηγετών που κερδίζουν την εκτίμηση επειδή πάντα αναφέρουν τις συνεισφορές της ομάδας τους, λειτουργεί παραδειγματικά. Η διοίκηση θα πρέπει με συνέπεια να δείχνει ότι εκτιμά την πρωτοτυπία και τη συνεργασία, όχι την πολιτική επίδειξης εις βάρος των άλλων.
Συνοψίζοντας, η κλοπή ή ιδιοποίηση ιδεών στον χώρο των επιχειρήσεων αποτελεί ένα πολύπλευρο πρόβλημα. Έχει τις ρίζες της σε ατομικούς χαρακτήρες με χαμηλή ηθική και υψηλό εγωισμό, αλλά ανθεί μόνο σε περιβάλλοντα που το επιτρέπουν ή το αγνοούν. Οι επιπτώσεις της είναι βαθιές. Χτυπούν την καινοτομία, διαβρώνουν την εμπιστοσύνη και μειώνουν την απόδοση. Ευτυχώς, η διεθνής βιβλιογραφία και η εμπειρία οργανισμών δείχνουν τον δρόμο για την αντιμετώπισή της. Απαιτούνται κουλτούρα δικαιοσύνης και αναγνώρισης, ηγεσία που δίνει το σωστό παράδειγμα και δομές που στηρίζουν τη συνεργασία. Με τέτοια μέτρα, οι επιχειρήσεις μπορούν να προστατεύσουν το πιο πολύτιμο κεφάλαιό τους, το ανθρώπινο δυναμικό και τις ιδέες του, εξασφαλίζοντας ένα περιβάλλον όπου η δημιουργικότητα ανταμείβεται και όχι σφετερίζεται.
Πηγές
1. David Zweig et al., Journal of Knowledge Management (2025). Παρουσίαση εννοιών “knowledge theft” και ευρημάτων για τη συχνότητά του.
2. Phys.org (University of Toronto). “Stealing credit for co-workers’ ideas and work hurts a critical organizational resource” (2025).
3. Canadian HR Reporter. “When ideas are stolen: how HR should handle ‘pervasive’ knowledge theft” (2025).
4. Charles O’Reilly III και Bernadette Doerr. Personality and Individual Differences, Vol.154 (2020). “Conceit and deceit: Lying, cheating, and stealing among grandiose narcissists”.
5. Cornell Chronicle. “Workplace narcissists can promote creativity but may steal the credit” (2010).
6. Megan F. Hess. “The Fyre Fraud: Exploring the Dark Triad Personality”, Case Study (2022).
7. LinkedIn (Subhashish Roy). “The Office Machiavellian: Why Credit-Stealing Colleagues Are Kryptonite to Your Company’s Success” (2024).
8. AACSB Insights. “Research Roundup: My Work, Your Name, Our Breakdown” (April 2025).






