Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Η Βαβέλ των Συνειδήσεων

Στον φίλο μου Colin, για τις νύχτες που χάνονται μέσα σε ατέλειωτες συζητήσεις, εκεί όπου οι σκέψεις συναντιούνται και τα ερωτήματα ξαγρυπνούν μαζί μας.


Γιατί η ανθρωπότητα μιλά περισσότερο από ποτέ, αλλά δυσκολεύεται να συνεννοηθεί;

Ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν είχαμε τόσες δυνατότητες επικοινωνίας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να διαπιστώσουμε πόσο δύσκολα κατανοούμε ο ένας τον άλλον. Η τεχνολογία κατάργησε αποστάσεις, γεφύρωσε γεωγραφικά σύνορα, έκανε τη γνώση προσβάσιμη σε δισεκατομμύρια ανθρώπους και επέτρεψε τη σχεδόν ακαριαία μετάδοση της πληροφορίας. Μπορούμε να επικοινωνούμε με οποιονδήποτε, οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή. Κι όμως, η δυνατότητα να ανταλλάσσουμε λέξεις δεν συνεπάγεται την ικανότητα να ανταλλάσσουμε νοήματα. Πίσω από τη φαινομενική ενότητα ενός διασυνδεδεμένου κόσμου αναδύεται μια βαθύτερη αντίφαση. Η ανθρωπότητα έχει καταφέρει να συνδέσει τις μηχανές της, χωρίς να έχει καταφέρει να εξασφαλίσει την ουσιαστική συνεννόηση των ανθρώπων της.

Η βιβλική αφήγηση του Πύργου της Βαβέλ, στο ενδέκατο κεφάλαιο της Γένεσης, προσφέρει έναν ενδιαφέροντα συμβολισμό αυτής της αντίφασης. Οι άνθρωποι, έχοντας αρχικά κοινή γλώσσα, επιχειρούν να οικοδομήσουν μια πόλη και έναν πύργο που θα φτάνει μέχρι τον ουρανό. Η σύγχυση των γλωσσών διακόπτει το εγχείρημά τους και οδηγεί στη διασπορά τους. Ανεξάρτητα από τη θεολογική ερμηνεία της αφήγησης, μπορούμε να αναρωτηθούμε τι θα σήμαινε η Βαβέλ για τον σημερινό άνθρωπο. Διότι η σύγχρονη σύγχυση δεν φαίνεται να βρίσκεται πρωτίστως στη διαφορετικότητα των γλωσσών. Βρίσκεται στη διαφορετικότητα των νοοτροπιών, των αντιλήψεων, των αξιών και, τελικά, των ίδιων των κριτηρίων με τα οποία οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Δύο άνθρωποι μπορούν να μιλούν την ίδια γλώσσα και να χρησιμοποιούν ακριβώς τις ίδιες λέξεις, αποδίδοντάς τους όμως διαφορετικό περιεχόμενο. Η ελευθερία για τον έναν σημαίνει προσωπική αυτονομία, για τον άλλον κοινωνική ευθύνη. Η δικαιοσύνη μπορεί να νοείται ως ισότητα ευκαιριών, ως ισότητα αποτελεσμάτων ή ως δίκαιη ανταμοιβή της προσπάθειας. Η πρόοδος μπορεί να ταυτίζεται με την οικονομική ανάπτυξη, την τεχνολογική καινοτομία ή την ηθική εξέλιξη της κοινωνίας. Ακόμη και η αλήθεια, που θα έπρεπε να αποτελεί κοινό σημείο αναφοράς, συχνά συγχέεται με την προσωπική πεποίθηση. Έτσι, οι άνθρωποι δεν διαφωνούν απλώς για τις απαντήσεις. Συχνά δεν συμφωνούν ούτε για το νόημα των ερωτήσεων.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στις διαφορετικές σημασίες των λέξεων. Κάθε άνθρωπος ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από ένα πλέγμα εμπειριών, γνώσεων, πολιτισμικών επιρροών, συναισθημάτων και κοινωνικών σχέσεων. Η οικογένεια, η παιδεία, το περιβάλλον, η οικονομική κατάσταση και οι προσωπικές εμπειρίες συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αντίληψής του. Οι παράγοντες αυτοί δεν αποτελούν από μόνοι τους εμπόδια στη συνεννόηση. Η ανθρώπινη διαφορετικότητα μπορεί να εμπλουτίζει τη συλλογική σκέψη. Το εμπόδιο εμφανίζεται όταν οι προσωπικές αντιλήψεις μετατρέπονται σε αδιαπραγμάτευτες βεβαιότητες και κάθε διαφορετική θέση αντιμετωπίζεται ως απειλή.

Η γνωστική ψυχολογία έχει προσφέρει σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση αυτού του φαινομένου. Σε μια κλασική μελέτη του 1979, οι Charles Lord, Lee Ross και Mark Lepper εξέτασαν πώς άνθρωποι με αντίθετες απόψεις για τη θανατική ποινή αξιολογούσαν επιστημονικά στοιχεία σχετικά με την αποτελεσματικότητά της. Διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες έτειναν να θεωρούν περισσότερο πειστικές τις πληροφορίες που υποστήριζαν τις ήδη διαμορφωμένες πεποιθήσεις τους, ενώ αντιμετώπιζαν με μεγαλύτερη δυσπιστία τις αντίθετες. Το φαινόμενο της μεροληπτικής αφομοίωσης των πληροφοριών αναδεικνύει μια δυσάρεστη ανθρώπινη ιδιότητα. Η πρόσβαση στα ίδια στοιχεία δεν οδηγεί πάντοτε σε κοινά συμπεράσματα. Μερικές φορές ενισχύει την αρχική διαφωνία.

Αυτό σημαίνει ότι η αναζήτηση της αλήθειας μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στην ανάγκη επιβεβαίωσης του εαυτού μας. Όταν μια πεποίθηση συνδέεται στενά με την προσωπική ή συλλογική μας ταυτότητα, η αμφισβήτησή της ενδέχεται να βιώνεται ως αμφισβήτηση της ίδιας μας της αξίας. Ο διάλογος τότε αλλάζει χαρακτήρα. Δεν αποτελεί πλέον προσπάθεια κατανόησης, αλλά ανταγωνισμό επικράτησης. Ο συνομιλητής παύει να αντιμετωπίζεται ως ενδεχόμενη πηγή γνώσης και μετατρέπεται σε αντίπαλο που πρέπει να ηττηθεί. Η δυνατότητα αναθεώρησης, απαραίτητη για κάθε γνήσια πνευματική πρόοδο, εκλαμβάνεται ως αδυναμία.

Η ψηφιακή εποχή προσθέτει μια νέα διάσταση σε αυτή την ανθρώπινη τάση. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν δημιούργησαν τις προκαταλήψεις, την προπαγάνδα ή την κοινωνική σύγκρουση. Δημιούργησαν όμως νέες συνθήκες διάδοσης, ενίσχυσης και εμπορικής αξιοποίησης της πληροφορίας. Το 2018, ερευνητές του MIT, εξετάζοντας περίπου 126.000 ιστορίες που είχαν διαδοθεί στο Twitter από το 2006 έως το 2017, διαπίστωσαν ότι οι ψευδείς ειδήσεις διαδίδονταν ταχύτερα και ευρύτερα από τις αληθείς στο συγκεκριμένο σύνολο δεδομένων. Η έρευνα δεν αποδεικνύει ότι κάθε ψέμα επικρατεί πάντοτε της αλήθειας. Φανερώνει όμως πόσο σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν η έκπληξη, το συναίσθημα και η ανθρώπινη συμπεριφορά στην κυκλοφορία των πληροφοριών.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η διαπίστωση ότι η απλή έκθεση σε διαφορετικές απόψεις δεν αρκεί απαραίτητα για να περιορίσει την πόλωση. Σε πειραματική μελέτη του 2018, ο Christopher Bail και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι η έκθεση σε αντίθετες πολιτικές απόψεις στο Twitter μπορούσε, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να ενισχύσει την πολιτική πόλωση. Το εύρημα αυτό δεν σημαίνει ότι ο διάλογος είναι μάταιος. Υποδηλώνει ότι η πραγματική κατανόηση απαιτεί περισσότερα από την παθητική έκθεση σε διαφορετικές γνώμες. Απαιτεί την προθυμία να ακούσουμε, να εξετάσουμε τα επιχειρήματα και να αναγνωρίσουμε την πιθανότητα του προσωπικού μας σφάλματος.

Οι συνέπειες υπερβαίνουν τον ψηφιακό κόσμο. Όταν τα άτομα και οι κοινωνικές ομάδες παύουν να εμπιστεύονται κοινές διαδικασίες εξακρίβωσης των γεγονότων, αποδυναμώνεται μία από τις βασικές προϋποθέσεις της κοινωνικής συνύπαρξης. Μια δημοκρατία δεν απαιτεί από τους πολίτες της να συμφωνούν σε όλα. Προϋποθέτει όμως τη δυνατότητα να διαφωνούν μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο θεσμών, λογικής, αποδείξεων και αμοιβαίας αναγνώρισης. Αν κάθε πλευρά θεωρεί ότι κατέχει αποκλειστικά την αλήθεια και ότι κάθε αντίθετη πληροφορία αποτελεί αναγκαστικά προϊόν εξαπάτησης, η διαφωνία γίνεται ολοένα δυσκολότερο να επιλυθεί με επιχειρήματα.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπουμε ότι η ανθρώπινη ασυνεννοησία δεν οφείλεται αποκλειστικά στις γνωστικές μας αδυναμίες ή στις διαφορετικές μας αντιλήψεις. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η σύγχυση εξυπηρετεί πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά συμφέροντα. Η παραπληροφόρηση, η επιλεκτική παρουσίαση γεγονότων, η συστηματική καλλιέργεια φόβου και η μετατροπή της δημόσιας αντιπαράθεσης σε θέαμα μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία χειραγώγησης. Όταν η προσοχή μετατρέπεται σε εμπορεύσιμο αγαθό και η κοινωνική αντιπαράθεση σε μέσο επιρροής, η ουσιαστική συνεννόηση ενδέχεται να έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα εκείνων που επωφελούνται από τη διατήρηση της σύγχυσης. Έτσι, η σύγχρονη Βαβέλ δεν αποτελεί μόνο προϊόν ανθρώπινης αδυναμίας, αλλά μπορεί να γίνεται και αντικείμενο συνειδητής εκμετάλλευσης.

Θα ήταν, βέβαια, υπεραπλούστευση να αποδώσουμε αυτή την κατάσταση αποκλειστικά στην τεχνολογία. Μια συστηματική ανασκόπηση 496 επιστημονικών μελετών, που δημοσιεύθηκε στο Nature Human Behaviour, ανέδειξε τόσο θετικές όσο και αρνητικές συσχετίσεις μεταξύ ψηφιακών μέσων και δημοκρατικών διαδικασιών. Η αύξηση της πολιτικής συμμετοχής συνυπάρχει με ενδείξεις ενίσχυσης της πόλωσης και υποχώρησης της θεσμικής εμπιστοσύνης σε ορισμένα περιβάλλοντα. Η τεχνολογία, συνεπώς, δεν αποτελεί από μόνη της ούτε την αιτία όλων των κοινωνικών προβλημάτων ούτε την εγγύηση της επίλυσής τους. Η επίδρασή της εξαρτάται από τις ανθρώπινες συμπεριφορές, τους θεσμούς και τα κίνητρα που καθορίζουν τη χρήση της.

Κάπου εδώ ανακύπτει το ζήτημα της παιδείας. Η σύγχρονη κοινωνία συχνά συγχέει την πληροφόρηση με τη γνώση και τη γνώση με τη σοφία. Όμως πρόκειται για διαφορετικές βαθμίδες της ανθρώπινης κατανόησης. Η πληροφορία μάς ενημερώνει για κάτι. Η γνώση μάς επιτρέπει να το εξηγήσουμε. Η κριτική σκέψη μάς βοηθά να εξετάσουμε αν η εξήγηση είναι ορθή. Η σοφία, με τη φιλοσοφική της έννοια, συνδέεται με την ικανότητα να χρησιμοποιούμε όσα γνωρίζουμε με κρίση, μέτρο και ευθύνη. Ένας άνθρωπος μπορεί να διαθέτει τεράστιο όγκο πληροφοριών και παρ' όλα αυτά να αδυνατεί να αναγνωρίσει τα όρια της κατανόησής του.

Εάν η εκπαίδευση περιοριστεί στη συσσώρευση πληροφοριών και στην καλλιέργεια επαγγελματικών δεξιοτήτων, παραμελώντας την ηθική κρίση, τον διάλογο και την πνευματική αυτονομία, τότε ο τεχνολογικά προηγμένος άνθρωπος κινδυνεύει να παραμείνει ευάλωτος στις ίδιες προκαταλήψεις που χαρακτήριζαν προηγούμενες εποχές. Η τεχνολογική ανάπτυξη δεν συνεπάγεται αυτομάτως ηθική πρόοδο. Η ικανότητα να κατασκευάζουμε ολοένα ισχυρότερα εργαλεία δεν εγγυάται ότι διαθέτουμε και την ωριμότητα να τα χρησιμοποιούμε προς όφελος του ανθρώπου.

Εδώ η σύγχρονη Βαβέλ αποκτά μια βαθύτερη διάσταση. Δεν πρόκειται μόνο για την αδυναμία επικοινωνίας μεταξύ διαφορετικών νοοτροπιών. Πρόκειται για την πιθανή αποδυνάμωση της ίδιας της διάθεσης να αναζητήσουμε μια αλήθεια που μπορεί να βρίσκεται πέρα από τις προσωπικές μας βεβαιότητες. Όταν η αλήθεια αντιμετωπίζεται ως ιδιοκτησία μιας ομάδας, μιας ιδεολογίας ή ενός προσώπου, η αναζήτησή της υποκαθίσταται από την υπεράσπιση της ταυτότητας. Η αμφιβολία παύει να αποτελεί εργαλείο γνώσης και παρουσιάζεται ως αδυναμία, ενώ η βεβαιότητα αποκτά αξία ανεξάρτητα από την τεκμηρίωσή της.

Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να αναζητά κανείς την αλήθεια και στο να επιδιώκει να έχει δίκιο. Στην πρώτη περίπτωση, ο άνθρωπος αποδέχεται ότι μπορεί να σφάλλει και παραμένει ανοιχτός στη γνώση. Στη δεύτερη, η προσωπική του πεποίθηση μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να υπερασπιστεί πάση θυσία. Η αλήθεια παύει τότε να αποτελεί προορισμό και γίνεται εργαλείο αυτοεπιβεβαίωσης. Και όταν αυτή η στάση κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο, οι άνθρωποι μπορεί να χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις, να επικαλούνται τις ίδιες αξίες και να αναφέρονται στα ίδια γεγονότα, αλλά να αδυνατούν να συναντηθούν ακόμη και στο επίπεδο της λογικής.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέουμε την αναγνώριση διαφορετικών οπτικών με την άρνηση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Το ότι οι άνθρωποι ερμηνεύουν διαφορετικά τα γεγονότα δεν σημαίνει πως όλες οι ερμηνείες είναι εξίσου βάσιμες. Η επιστημονική μέθοδος, η λογική επιχειρηματολογία και η δυνατότητα δημόσιου ελέγχου των ισχυρισμών παραμένουν θεμελιώδη εργαλεία προσέγγισης της πραγματικότητας. Η αλήθεια δεν καθορίζεται από το πόσοι συμφωνούν μαζί μας ούτε από την ένταση με την οποία υπερασπιζόμαστε τις απόψεις μας. Αντιθέτως, η αναγνώριση ότι μπορούμε να σφάλλουμε αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να πλησιάσουμε περισσότερο σε αυτήν.

Η σημαντικότερη απειλή για την ανθρώπινη συνεννόηση ίσως δεν είναι η διαφωνία, αλλά η ηθική απαξίωση του συνομιλητή. Όταν η διαφορετική άποψη ταυτίζεται αυτομάτως με την κακή πρόθεση, την άγνοια ή την ανηθικότητα, καταργείται η δυνατότητα ουσιαστικού διαλόγου. Οι άνθρωποι αρχίζουν να ταξινομούνται σε στρατόπεδα και η κοινωνική ζωή μετατρέπεται σε μια διαρκή αντιπαράθεση ταυτοτήτων. Δεν ακούμε για να καταλάβουμε. Ακούμε για να εντοπίσουμε το επόμενο επιχείρημα που θα χρησιμοποιήσουμε εναντίον του άλλου. Με αυτόν τον τρόπο, η επικοινωνία μπορεί να συνεχίζεται αδιάκοπα, ενώ η κατανόηση υποχωρεί.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη διάσταση της σύγχρονης ασυνεννοησίας, που δεν αφορά ούτε την έλλειψη γνώσης ούτε την αδυναμία της ανθρώπινης λογικής, αλλά τη σχέση μας με την ίδια την αλήθεια. Τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος γνωρίζει ότι μια πληροφορία είναι ψευδής, αλλά επιλέγει να τη διαδώσει επειδή εξυπηρετεί τα συμφέροντά του; Όταν αναγνωρίζει το δίκαιο του άλλου, αλλά αρνείται να το παραδεχθεί επειδή θα χρειαστεί να εγκαταλείψει τη δική του θέση; Όταν η ειλικρίνεια υποχωρεί μπροστά στη σκοπιμότητα και η προσωπική ωφέλεια γίνεται σημαντικότερη από την ηθική συνέπεια; Τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο γνωστικό. Γίνεται πρόβλημα συνείδησης. Η αλήθεια δεν απορρίπτεται επειδή είναι ακατανόητη, αλλά επειδή είναι ανεπιθύμητη. Και μια κοινωνία στην οποία η αλήθεια αντιμετωπίζεται ως εργαλείο και όχι ως αξία κινδυνεύει να χάσει κάτι πολύ σημαντικότερο από την ικανότητα επικοινωνίας: την εμπιστοσύνη που καθιστά δυνατή την ανθρώπινη συνύπαρξη.

Ο άνθρωπος που αγνοεί μπορεί να μάθει. Εκείνος που πλανάται μπορεί να αναθεωρήσει. Εκείνος όμως που γνωρίζει και σκόπιμα παραποιεί την αλήθεια δημιουργεί ένα διαφορετικό πρόβλημα, επειδή η δυσκολία δεν βρίσκεται στη γνώση αλλά στην ηθική του επιλογή.

Η αντίφαση γίνεται ακόμη εντονότερη όταν σκεφτούμε ότι ο σύγχρονος άνθρωπος διαθέτει πρωτοφανείς δυνατότητες να μελετήσει τη λειτουργία του εγκεφάλου του, να κατανοήσει τις γνωστικές του προκαταλήψεις και να αναγνωρίσει τους μηχανισμούς που επηρεάζουν τη συμπεριφορά του. Γνωρίζουμε περισσότερα για τους περιορισμούς της ανθρώπινης κρίσης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουμε μάθει να τους υπερβαίνουμε. Η αυτογνωσία δεν προκύπτει αυτόματα από τη γνώση της ψυχολογίας. Απαιτεί προσωπική προσπάθεια, ειλικρίνεια και την προθυμία να αντικρίσουμε τις αντιφάσεις μας.

Επομένως, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι να δημιουργήσουμε έναν κόσμο όπου όλοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Ένας τέτοιος κόσμος δεν θα αποτελούσε υπέρβαση της Βαβέλ, αλλά άρνηση της ανθρώπινης ελευθερίας. Η πραγματική πρόκληση είναι να αναπτύξουμε μια κοινή γλώσσα κατανόησης χωρίς να καταργήσουμε τη διαφορετικότητα της σκέψης. Να μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να απορρίπτουμε την ανθρώπινη αξία του άλλου, να αναζητούμε αποδείξεις χωρίς να υποτάσσουμε τα γεγονότα στις επιθυμίες μας και να αναθεωρούμε τις πεποιθήσεις μας χωρίς να αισθανόμαστε ότι χάνουμε την ταυτότητά μας.

Ίσως, τελικά, το ουσιαστικότερο ερώτημα που θέτει η Βαβέλ στον σύγχρονο πολιτισμό να μην αφορά τη γλώσσα αλλά τη συνείδηση. Την ικανότητα του ανθρώπου να στρέφεται προς τον εαυτό του, να αναγνωρίζει τα όριά του και να αντιλαμβάνεται τον άλλον όχι ως εμπόδιο στην προσωπική του βεβαιότητα, αλλά ως συνοδοιπόρο στην προσπάθεια κατανόησης του κόσμου. Μια τέτοια στάση δεν προϋποθέτει την εγκατάλειψη των πεποιθήσεών μας. Προϋποθέτει να μην τις θεωρούμε υπεράνω κάθε εξέτασης.

Η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται μία κοινή γλώσσα με την κυριολεκτική έννοια, ούτε μία ενιαία ιδεολογία. Χρειάζεται κάτι δυσκολότερο και βαθύτερο. Μια κοινή δέσμευση απέναντι στην αλήθεια, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ευθύνη που συνεπάγεται η συνύπαρξη. Διότι ένας πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο από όσα μπορεί να κατασκευάσει, αλλά και από το αν οι άνθρωποί του μπορούν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλον.

Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη ειρωνεία της εποχής μας. Έχουμε αποκτήσει τα μέσα για να μιλά ολόκληρος ο κόσμος με ολόκληρο τον κόσμο, αλλά εξακολουθούμε να αναζητούμε τη σοφία που θα μας επιτρέψει να ακούσουμε πραγματικά ο ένας τον άλλον.

Βιβλιογραφία

Lord, C. G., Ross, L., & Lepper, M. R. (1979). Biased assimilation and attitude polarization: The effects of prior theories on subsequently considered evidence. Journal of Personality and Social Psychology, 37(11), 2098–2109.

Vosoughi, S., Roy, D., & Aral, S. (2018). The spread of true and false news online. Science, 359(6380), 1146–1151.

Bail, C. A., et al. (2018). Exposure to opposing views on social media can increase political polarization. Proceedings of the National Academy of Sciences, 115(37), 9216–9221.

Pennycook, G., & Rand, D. G. (2021). The psychology of fake news. Trends in Cognitive Sciences, 25(5), 388–402.

Lorenz-Spreen, P., Oswald, L., Lewandowsky, S., & Hertwig, R. (2023). A systematic review of worldwide causal and correlational evidence on digital media and democracy. Nature Human Behaviour, 7, 74–101.

Αγία Γραφή, Γένεσις 11:1–9.