Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026

Η ηθική της αυταπάτης

 «Οὐαὶ ὑμῖν, γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι παρομοιάζετε τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μὲν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δὲ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καὶ πάσης ἀκαθαρσίας».

(Κατά Ματθαίον 23:27)

Με αυτή την εξαιρετικά σκληρή παρομοίωση, ο Χριστός αποκαλύπτει μία από τις βαθύτερες αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης: την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ο άνθρωπος εμφανίζεται να είναι και σε αυτό που πραγματικά είναι. Οι ασβεστωμένοι τάφοι, λευκοί και περιποιημένοι εξωτερικά, κρύβουν στο εσωτερικό τους τη φθορά και τον θάνατο. Έτσι και οι άνθρωποι που περιβάλλουν τον εαυτό τους με τον μανδύα της αρετής, της ευσέβειας και της ηθικής ανωτερότητας, ενώ πίσω από αυτή την εικόνα μπορεί να κρύβονται η ιδιοτέλεια, η αδικία και η διαφθορά.

Η εικόνα αυτή, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη συνειδητή εξαπάτηση. Μας οδηγεί σε ένα βαθύτερο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος που υποκρίνεται έχει πείσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό ότι είναι αυτό που προσποιείται;

Υπάρχουν δύο μορφές υποκρισίας που αξίζει να διακρίνουμε.

Η πρώτη είναι η συνειδητή υποκρισία. Ο άνθρωπος γνωρίζει ποιος είναι, τι πράττει και ποια συμφέροντα εξυπηρετεί. Επιλέγει, ωστόσο, να παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα του εαυτού του. Χρησιμοποιεί την ηθική ως προσωπείο, την αρετή ως διαφήμιση και την ευσέβεια ως μέσο απόκτησης κύρους, εξουσίας ή εμπιστοσύνης. Γνωρίζει ότι εξαπατά και, ακριβώς επειδή το γνωρίζει, διατηρεί την επίγνωση της απόστασης ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην προσποίηση.

Η δεύτερη μορφή είναι περισσότερο σύνθετη και, ενδεχομένως, πιο επικίνδυνη. Είναι η υποκρισία που έχει μετατραπεί σε αυταπάτη. Ο άνθρωπος έχει επαναλάβει τόσο πολλές φορές το ψέμα του, έχει ταυτιστεί τόσο βαθιά με την εικόνα που κατασκεύασε, ώστε τελικά την αποδέχεται ως την πραγματική του ταυτότητα. Δεν υποδύεται πλέον τον ενάρετο. Είναι πεπεισμένος ότι είναι ενάρετος. Δεν προσποιείται ότι υπηρετεί την αλήθεια. Πιστεύει ότι η δική του αντίληψη αποτελεί την ίδια την αλήθεια.

Εδώ το προσωπείο παύει να είναι ένα απλό μέσο εξαπάτησης και γίνεται μέρος της ταυτότητας του ανθρώπου. Η αυτοκριτική υποχωρεί, η αμφιβολία εξαφανίζεται και κάθε αντίθετη άποψη αντιμετωπίζεται ως απειλή. Ο άνθρωπος αυτός δεν αισθάνεται πλέον την ανάγκη να απολογηθεί για τις πράξεις του, διότι έχει πείσει τον εαυτό του ότι οι προθέσεις του είναι αγαθές. Και όταν κάποιος θεωρεί εκ των προτέρων τις προθέσεις του αγαθές, μπορεί να καταλήξει να δικαιολογεί ακόμη και τις πιο άδικες πράξεις του.

Η σύγχρονη ψυχολογία μάς προσφέρει ορισμένα εργαλεία για να κατανοήσουμε αυτό το φαινόμενο. Ένα από αυτά είναι η γνωστική ασυμφωνία (cognitive dissonance), έννοια που ανέπτυξε ο Leon Festinger το 1957. Όταν οι πράξεις ενός ανθρώπου συγκρούονται με τις πεποιθήσεις του ή με την εικόνα που έχει για τον εαυτό του, μπορεί να δημιουργηθεί ψυχολογική δυσφορία. Για να την περιορίσει, ο άνθρωπος ενδέχεται να αλλάξει τη συμπεριφορά του. Μπορεί όμως να επιλέξει και έναν ευκολότερο δρόμο: να αναθεωρήσει την ερμηνεία των πράξεών του, ώστε αυτές να φαίνονται συμβατές με την υποτιθέμενη ηθική του ακεραιότητα.

Έτσι, η αδικία μπορεί να παρουσιαστεί ως αναγκαία αυστηρότητα, η εκδικητικότητα ως απονομή δικαιοσύνης, η ιδιοτέλεια ως προσφορά και η επιβολή ως προστασία του κοινού καλού. Ο άνθρωπος δεν αρνείται απαραίτητα τα γεγονότα. Αλλάζει το ηθικό τους περιεχόμενο, ώστε να μη χρειαστεί να αμφισβητήσει τον εαυτό του.

Ανάλογους μηχανισμούς περιγράφει ο ψυχολόγος Albert Bandura μέσα από την έννοια της ηθικής αποδέσμευσης (moral disengagement). Ο άνθρωπος μπορεί να αποσυνδέσει τις πράξεις του από τις ηθικές αρχές που ισχυρίζεται ότι υπηρετεί, χρησιμοποιώντας δικαιολογίες, ευφημισμούς ή μεταθέτοντας την ευθύνη σε άλλους. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διαπράττει πράξεις που υπό άλλες συνθήκες θα καταδίκαζε, διατηρώντας παράλληλα την πεποίθηση ότι παραμένει ηθικά ακέραιος.

Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν απασχόλησε μόνο τη σύγχρονη ψυχολογία.

Ο Σωκράτης, όπως παρουσιάζεται στην πλατωνική Απολογία, αναδεικνύει τη σημασία της επίγνωσης της άγνοιας. Η αναγνώριση των ορίων της γνώσης αποτελεί προϋπόθεση της αναζήτησης της αλήθειας. Αντίθετα, εκείνος που είναι πεπεισμένος ότι γνωρίζει όσα στην πραγματικότητα αγνοεί στερεί από τον εαυτό του το κίνητρο να τα εξετάσει.

Στη χριστιανική διδασκαλία συναντούμε μια συγγενική, αν και διαφορετική, προβληματική. Στην παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου (Κατά Λουκάν 18:9–14), ο Φαρισαίος προσεύχεται απαριθμώντας τις αρετές του και συγκρίνοντας τον εαυτό του με τους άλλους. Ο Τελώνης, αντίθετα, στέκεται μακριά και λέει:

«Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ».

Και ο Χριστός καταλήγει ότι ο Τελώνης επέστρεψε στο σπίτι του δικαιωμένος περισσότερο από τον Φαρισαίο.

Το ουσιαστικό στοιχείο της παραβολής δεν είναι ότι ο Τελώνης υπήρξε αναγκαστικά καλύτερος άνθρωπος σε όλη του τη ζωή. Είναι ότι αναγνώρισε την ηθική του κατάσταση, ενώ ο Φαρισαίος αντιμετώπισε τη δική του αρετή ως δεδομένη.

Εδώ βρίσκεται και μια βαθύτερη διάσταση της εικόνας των «τάφων κεκονιαμένων».

Ο άνθρωπος που γνωρίζει ότι σφάλλει διατηρεί τη δυνατότητα να διορθωθεί. Εκείνος που έχει αναγάγει την προσωπική του ηθική σε αδιαμφισβήτητη αλήθεια κινδυνεύει να χάσει ακόμη και την ικανότητα να αναγνωρίζει το σφάλμα.

Ανακύπτει όμως ένα δύσκολο φιλοσοφικό ερώτημα: εάν ο άνθρωπος έχει πραγματικά πείσει τον εαυτό του ότι πράττει το καλό, εξακολουθεί να ευθύνεται για το κακό που προκαλεί;

Η απάντηση δεν είναι απλή. Η ηθική ευθύνη συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την πρόθεση, τη γνώση, την ελευθερία επιλογής και τη δυνατότητα πρόβλεψης των συνεπειών μιας πράξης. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε τον ίδιο βαθμό ευθύνης σε εκείνον που εξαπατά συνειδητά και σε εκείνον που ενεργεί μέσα σε μια πραγματική, ενδεχομένως ακούσια, πλάνη.

Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιώδης διάκριση ανάμεσα στην αδυναμία να γνωρίζει κανείς την αλήθεια και στην απροθυμία του να την αναζητήσει.

Ο άνθρωπος δεν είναι πάντοτε υπεύθυνος για όσα αγνοεί. Μπορεί όμως να φέρει ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει την άγνοιά του, ιδίως όταν έχει στη διάθεσή του ενδείξεις ότι σφάλλει και επιλέγει συστηματικά να τις απορρίπτει.

Η αυτοεξαπάτηση δεν γεννιέται πάντοτε από μια συνειδητή απόφαση. Μπορεί να διαμορφωθεί σταδιακά, μέσα από φόβους, επιθυμίες, κοινωνικές πιέσεις και ψυχολογικούς μηχανισμούς που δεν ελέγχουμε πλήρως. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε μορφή αυτοεξαπάτησης είναι ηθικά αθώα.

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες ο άνθρωπος αποφεύγει να εξετάσει τις πράξεις του ακριβώς επειδή υποψιάζεται τι μπορεί να ανακαλύψει. Δεν επιθυμεί να ακούσει την αντίθετη άποψη, δεν αναζητά αποδείξεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις πεποιθήσεις του και απορρίπτει εκ των προτέρων κάθε κριτική ως κακόβουλη.

Τότε η άγνοια παύει να είναι απλώς μια αδυναμία της γνώσης. Μπορεί να μετατραπεί σε μια μορφή ηθικής αποφυγής.

Και εδώ η ευθύνη αποκτά μια ιδιαίτερη διάσταση: δεν αφορά μόνο το κακό που πράττουμε, αλλά και την προσπάθεια που καταβάλλουμε, ή αποφεύγουμε να καταβάλουμε, για να διαπιστώσουμε αν πράγματι πράττουμε το καλό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αμφιβολία είναι αρετή ή ότι κάθε βεβαιότητα αποτελεί ένδειξη υποκρισίας. Ο άνθρωπος χρειάζεται πεποιθήσεις για να ενεργεί και αρχές για να προσανατολίζεται. Χρειάζεται όμως και την πνευματική εντιμότητα να αναγνωρίζει ότι οι πεποιθήσεις του ενδέχεται να είναι λανθασμένες και ότι οι αγαθές προθέσεις δεν εγγυώνται αγαθά αποτελέσματα.

Η διάκριση γίνεται ακόμη πιο σημαντική όταν η αυταπάτη συνδυάζεται με την εξουσία.

Ένας άνθρωπος που εξαπατά τον εαυτό του μπορεί να προκαλέσει βλάβη στον στενό του περίγυρο. Όταν όμως αποκτά εξουσία πάνω σε άλλους, η προσωπική του αυταπάτη μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική πραγματικότητα. Η βεβαιότητα ότι υπηρετεί έναν ανώτερο σκοπό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει την καταπίεση, την αδικία και την εξόντωση του αντιπάλου.

Η ιστορία προσφέρει πολλά παραδείγματα ανθρώπων και θεσμών που επικαλέστηκαν υψηλά ιδανικά για να νομιμοποιήσουν πράξεις αντίθετες προς αυτά. Δεν είναι απαραίτητο να υποθέσουμε ότι όλοι γνώριζαν πως εξαπατούσαν. Ορισμένοι ενδέχεται να πίστευαν ειλικρινά ότι ενεργούσαν για το καλό.

Αλλά η ειλικρίνεια μιας πεποίθησης δεν αποτελεί απόδειξη της ορθότητάς της.

Ούτε η επίκληση ενός αγαθού σκοπού απαλλάσσει αυτομάτως από την ευθύνη για τα μέσα που χρησιμοποιούνται.

Αυτή η διαπίστωση μας επιστρέφει στην αρχική εικόνα του Χριστού.

Ο ασβεστωμένος τάφος δεν παύει να είναι τάφος επειδή η εξωτερική του επιφάνεια είναι καθαρή. Και η αδικία δεν παύει να είναι αδικία επειδή εκείνος που τη διαπράττει την ονομάζει δικαιοσύνη.

Το εξωτερικό προσωπείο μπορεί να εξαπατήσει τους άλλους. Μπορεί ακόμη και να εξαπατήσει εκείνον που το φορά. Δεν μπορεί όμως, από μόνο του, να μεταβάλει την πραγματικότητα που αποκρύπτει.

Ίσως, λοιπόν, η βαθύτερη προειδοποίηση που μπορούμε να αντλήσουμε από τα λόγια του Χριστού να μην αφορά μόνο την ανάγκη να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στους άλλους. Αφορά πρωτίστως την ανάγκη να είμαστε ειλικρινείς απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.

Διότι η αυτογνωσία δεν αρχίζει όταν ανακαλύπτουμε τις αρετές μας, αλλά όταν αποκτούμε το θάρρος να αναγνωρίσουμε και τις αντιφάσεις μας.

Η πραγματική ηθική ακεραιότητα δεν βρίσκεται στην πεποίθηση ότι είμαστε πάντοτε δίκαιοι, αλλά στην προθυμία να εξετάζουμε αν πράγματι είμαστε. Δεν βρίσκεται στην απουσία σφαλμάτων, αλλά στην ικανότητα να τα αναγνωρίζουμε, να αναλαμβάνουμε την ευθύνη τους και να προσπαθούμε να τα διορθώσουμε.

Ο συνειδητός υποκριτής γνωρίζει ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο προσωπείο και στο πρόσωπο. Ο άνθρωπος που αυτοεξαπατάται έχει χάσει την επίγνωση αυτής της απόστασης.

Ο πρώτος ασβεστώνει τον τάφο για να εξαπατήσει τους άλλους. Ο δεύτερος τον ασβεστώνει για να μη χρειαστεί να αντικρίσει ο ίδιος το περιεχόμενό του.

Και ίσως η μεγαλύτερη τραγωδία να μην είναι ότι ο δεύτερος έχει ξεχάσει τι υπάρχει μέσα στον τάφο, αλλά ότι έχει πάψει να αναρωτιέται.

Διότι όσο περισσότερο ασβεστώνει κανείς τον τάφο, τόσο ευκολότερα μπορεί να ξεχάσει τι υπάρχει μέσα του. Και όταν η λευκότητα της επιφάνειας γίνει γι’ αυτόν απόδειξη καθαρότητας, τότε η υποκρισία έχει ολοκληρώσει το έργο της: δεν χρειάζεται πλέον να αποκρύπτει την αλήθεια, γιατί έχει καταργήσει την ανάγκη να την αναζητήσει.